«Μαύρη Φλόγα»

Των Lucien van der  Walt  και   Michael Schmidt

Θέλουμε να μελετήσουμε τις ιδέες και την ιστορία της ευρύτερης αναρχικής παράδοσης από την εποχή της ανάδυσης της. Πρόκειται για μια παράδοση με πλούτο ιδεών και με τεράστιο αντίκτυπο στην ιστορία των εργατικών κι αγροτικών κινημάτων, καθώς και στην Αριστερά γενικότερα. Αν και η ευρύτερη αναρχική παράδοση έχει κερδίσει μεγάλη προσοχή τα τελευταία χρόνια, λόγω του εξέχοντος ρόλου των αναρχικών στο κίνημα της «αντιπαγκοσμιοποίησης» και της αναγέννησης των συνδικαλιστικών ρευμάτων, οι ιδέες και η ιστορία της δεν είναι ευρέως γνωστές σήμερα. Σε πολλές περιστάσεις, οι προσπάθειες για μια σωστή εκτίμηση των ιδεών και των δραστηριοτήτων του κινήματος έχουν επισκιαστεί από αρνητικά διακείμενους διανοούμενους και από τα Μ.Μ.Ε., όμως το πρόβλημα είναι ακόμη βαθύτερο. Ακόμη και ορισμένες εργασίες που έχουν συνταχθεί από συμπαθούντες συχνά παρανοούν τον πυρήνα των ιδεών του και υποτιμούν την ιστορική έκταση της ευρύτερης αναρχικής παράδοσης.

 

Απορρίπτουμε την αντίληψη ότι προσωπικότητες όπως ο Γουίλιαμ Γκόντγουιν (1756-1836), ο Μαξ Στίρνερ (1806-1856), ο Προυντόν, ο Μπέντζαμιν Τάκερ (1854-1939) και ο Λέων Τολστόι (1828-1910) αποτελούν τμήματα της ευρύτερης αναρχικής παράδοσης. Αντίστοιχα, απορρίπτουμε την αντίληψη ότι μπορούν να εντοπιστούν αναρχικές τάσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Το αναρχικό κίνημα αναδύθηκε μόλις τη δεκαετία του 1860, ως μία τάση του σύγχρονου εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος. Αν και αποκλείουμε το Γκόντγουιν και τους υπολοίπους, για λόγους που θα γίνουν εμφανείς στη συνέχεια, συμπεριλαμβάνουμε κάτω από τον τίτλο «ευρύτερη αναρχική παράδοση» συνδικαλιστές όπως ο Ντανιέλ Ντε Λεόν (1852-1914), ο Τζέιμς Κόνολι (1868-1916) και ο Ουίλλιαμ «Big Bill» Χέιγουντ (1869-1928). Όμως, οι βασικές προσωπικότητες που όρισαν τον αναρχισμό και το συνδικαλισμό ήταν ο Μπακούνιν (1814-1876) και ο Πιότρ Κροπότκιν (1842-1921).

Η ευρύτερη αναρχική παράδοση έχει επηρεαστεί σαφώς και από τον Προυντόν και από τον Μαρξ, αλλά η προοπτική της ξεπέρασε κατά πολύ τις ιδέες και τους στόχους και των δύο. Επικεντρώθηκε στη διεθνιστική πολιτική και προσπάθησε να αντιμετωπίσει πληθώρα κοινωνικών ζητημάτων σε ταξικά πλαίσια και αποτελεί ιστορικά ένα κίνημα κυρίως της εργατικής τάξης, αν και οι αγρότες έπαιξαν επίσης σημαντικό ρόλο. Το γεγονός ότι εμείς επικεντρώνουμε μεγάλο μέρος της προσοχής μας στο συνδικαλισμό στους χώρους δουλειάς οφείλεται στο ότι ο συνδικαλισμός είναι κεντρικό σημείο της ιστορίας της ευρύτερης αναρχικής παράδοσης. Όταν μιλάμε για συνδικαλισμό εννοούμε ένα επαναστατικό κίνημα σωματείων, ικανών να παράξουν μια ευρεία γκάμα τακτικών και δράσεων. Ο συνδικαλισμός δεν θα πρέπει να περιορίζεται στην πολιτική της διαρκούς δημιουργίας καινούριων σωματείων, καθώς πολλά επαναστατικά συνδικαλιστικά σωματεία δημιουργήθηκαν μέσω της επαναστατικοποίησης ήδη υπαρχόντων.

Όντας αντίθετοι στην οπτική που θέλει τον αναρχισμό να «μην έχει υπάρξει τίποτε άλλο παρά ένας πόλος έλξης μειοψηφιών», ή σαν τον φτωχό συγγενή των υπολοίπων παραδόσεων της Αριστεράς, υποστηρίζουμε ότι σε πολλές περιοχές αναδύθηκαν μαζικά αναρχικά και συνδικαλιστικά κινήματα· ιδιαίτερα στην Ευρώπη, την Αμερική και την Ανατολική Ασία2.

  Συζητώντας τη βιβλιογραφία

Ξεκινάμε με μια έρευνα των τρόπων με τους οποίους έχει οριστεί ο αναρχισμός κι ο συνδικαλισμός στη βιβλιογραφία. Οι μελέτες πάνω στον αναρχισμό και τον συνδικαλισμό έχουν πολλές φορές το μειονέκτημα της απουσίας ξεκάθαρου ορισμού του αντικειμένου τους. Όπως αναφέρθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, ένα από τα προβλήματα είναι η δημοφιλής θέαση του αναρχισμού σαν χάος, καταστροφή και κατάρρευση κάθε έννοιας τάξης3. Αυτό είναι λάθος, καθώς ο αναρχισμός είναι μια κοινωνική θεωρία που προσδιορίζεται με θετικό τρόπο· αντιτιθέμενος στην υπάρχουσα κοινωνική τάξη πραγμάτων, προτείνει μια νέα.

Συνέχεια

Δημοσιογράφος του BBC για Πάγκαλο: Ο Xoντρομπάσταρδος που γαβγίζει στο μαντρί των δανειστών..

Δεν είναι και πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις τον Χοντρομπάσταρδο* ανάμεσα σε ένα πλήθος από πανέμορφες Ρωσίδες, βιομήχανους και μιντιάρχες στο Eurasia Media Forum στο Καζακστάν (κάτι σαν καρναβάλι για τους ανατολίτες ολιγάρχες), γράφει ο…
δημοσιογράφος Γκρεγκ Πάλαστ για τον πρώην υπουργό σε ένα απίστευτα σκληρό άρθρο με τίτλο «Έτσι εκνεύρισα τον Πάγκαλο».

Γράφει ο Πάλαστ:

«Αν μη τι άλλο θέλαμε και οι δυο θέλαμε απεγνωσμένα καφέ και ήμασταν στην ίδια ουρά. Σε κάθε περίπτωση αποφεύγω να αναφέρομαι στο βάρος ενός ανθρώπου ή στην ηλικία του δεδομένων και των δικών μου μειονεκτημάτων. Αλλά ο συγκεκριμένος Χοντρομπάσταρδος το αποζητά. Είχα προσπαθήσει να βγάλω την εικόνα της κοιλιάς του από το μυαλό μου αλλά ένα απόκομμα των New York Times βάραινε την τσέπη μου καθώς αναφερόταν στα υποσιτισμένα παιδιά των δημοτικών σχολείων.

Ο Χοντρομπάσταρδος, ή αλλιώς Θεόδωρος Πάγκαλος, κορυφαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, θεωρεί ότι τα μικρά ελληνόπουλα πρέπει να σταματήσουν να πεινάνε. Όπως βλέπετε στην φωτογραφία κάτω ούτε εκείνος σφαδάζει από τον πόνο της πείνας. Ίσως να δείχνει ότι θα διπλώσει από τον πόνο από την δουλειά ή καλύτερα ότι δεν μπορεί να διπλώσει καθόλου.

Ο Πάγκαλος κατηγορεί τους εργαζόμενους ότι ευθύνονται για την πείνα και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικονομία. Αλλά δεν είναι δικό του το λάθος και παρόλο που ήταν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης που αντιμετώπισε τον πυρήνα της κρίσης γιατί να θεωρηθεί υπεύθυνος για οτιδήποτε;

Ο Υπουργός Πάγκαλος είναι πολύ αγαπητός ανάμεσα στους Ευρωπαίους τραπεζίτες, στους σπεκουλαδόρους, στην Άγκελα Μέρκελ γιατί στην ουσία είναι ο σκύλος που γαβγίζει για το μαντρί τους: Φωνάζει ότι η χώρα του κατέρρευσε απότομα γιατί το λάδι έρρεε άφθονο, οι τεμπελχανάδες οι Έλληνες δεν μπορούσαν να δουλέψουν για περισσότερες από τρεις ώρες την εβδομάδα και έπαιρναν σύνταξη όντας ακόμη έφηβοι ώστε να μπεκροπίνουν τοπικό ουζάκι.

Ο ίδιος επιμένει να καλεί τους Έλληνες να δεχθούν την οικονομική κατοχή, την ώρα που ένας στους τέσσερις δεν έχουν δουλειά. Για το αρχείο, οι Έλληνες δουλεύουν ετησίως 619 ώρες περισσότερο από τους Γερμανούς και πολλές περισσότερες από τους Βρετανούς ή τους Αμερικάνους.

Καθώς ήμασταν στην ουρά για τον καφέ λοιπόν, ο Χοντρομπάσταρδος μου λέει ότι όποιος αντιδρά στην λιτότητα είναι «φασίστας ή κομμουνιστής ή συνομωσιολόγος». Δεν μου εξήγησε βέβαια σε ποια από τις προαναφερθείσες κατηγορίες εντάσσεται ένας 11χρονος που λιποθυμά από την πείνα.

Για τον Πάγκαλο, την Μέρκελ, τα ανθρωποφάγα μίντια και τους σπεκουλαδόρους η Ελλάδα πήγε κατά διαόλου γιατί οι Έλληνες δεν μπορούσαν να καθίσουν σε μια καρέκλα και ήθελαν διακοπές. Αλλά υπάρχει και μια άλλη εξήγηση: η Ελλάδα είναι ένας τεράστιος τόπος εγκλήματος με τους εργαζόμενους να μην είναι οι θύτες αλλά τα θύματα – απατημένοι με τις κρατικές βιομηχανίες τους λεηλατημένες και τις καταθέσεις τους αποστειρωμένες από τα οικονομικά παιχνίδια.

Αλλά όταν πέρασαν από την δραχμή – που τόσο αγαπούσαν οι τουρίστες – στο ευρώ πείραξαν τα νούμερα του ελλείμματος. Γιατί το έκαναν αυτό; Γιατί το ευρώ είναι κάτι περισσότερο από νόμισμα. Είναι ένα πλέγμα νόμων και κανονισμών που απαγορεύει να υπάρχει χώρα με έλλειμμα πάνω από 3%.

Αυτό όμως είναι αδύνατο να γίνει σε μια περίοδο ύφεσης καθώς απαιτεί περικοπές δαπανών όταν αυτές είναι πιο απαραίτητες από ποτέ. Φοβούμενη λοιπόν η Ελλάδα ότι θα μείνει έξω από τον χορό του ευρώ στράφηκε στην Goldman Sachs. Εκείνη μαγείρεψε τα νούμερα για το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 400 εκατομμυρίων δολαρίων. Όταν όμως το κόλπο αποκαλύφθηκε το 2009 οι Έλληνες κλήθηκαν να πληρώσουν τα σπασμένα στους ομολογιούχους. Το ποσό ανερχόταν σε 14.000 δολάρια ανά οικογένεια.

Όταν ήμουν ερευνητής του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης – την περίοδο που υπήρχε ακόμη δικαιοσύνη στις ΗΠΑ – θα είχαμε ονομάσει «απάτη των αγορών» το κόλπο με τα παράγωγα, θα είχαμε συλλάβει τους υπαίτιους ή στην καλύτερη των περιπτώσεων θα τους είχαμε αναγκάσει να επιστρέψουν την «μίζα».

Πρέπει λοιπόν να πληρώσει η Goldman Sachs; Όχι κατά τον Πάγκαλο που θεωρεί ότι το θύμα είναι εξίσου υπεύθυνο με τον θύτη κάτι που αποδεικνύεται από το «μαζί τα φάγαμε». Αλλά οι φωτογραφίες δείχνουν ότι μόνο ο Πάγκαλος, και όχι ο 11χρονος μαθητής του άρθρου των NYT, τα έφαγε όλα.

Θα πήγαινα για μεσημεριανό μαζί με τον Πάγκαλο για να καταλάβω ακριβώς τις απόψεις του αλλά έφυγε με έναν ρόγχο παχύδερμου όταν τον ρώτησα για τον πρώην πρωθυπουργό της Ισλανδίας που κατέληξε στην φυλακή επειδή υπέκρυψε παιχνίδια με την οικονομία της χώρας. Ίσως δεν ήθελε να φάμε παρέα γιατί τον ρώτησα εάν πιστεύει ότι πρέπει και αυτός να πάει στην φυλακή

*¹ Όνομα αντιήρωα στις ταινίες με τον Austin Powers

*Ο Πάλαστ είναι πολυδιαβασμένος συγγραφέας και ερευνητής δημοσιογράφος για το BBC Newsnight και τον Guardian. Πηγή: Vice.com

Στη φωτογραφία ο Πάλαστ με τον Πάγκαλο, όπως την ανέβασε ο ίδιος ο δημοσιογράφος

Το άρθρο του Πάλαστ στα αγγλικά:

Monday, May 20, 2013

By Greg Palast for Vice Magazine

It wasn’t too difficult picking out the Fat Bastard in the crowd of Russian models, craven moochers and media mavens. Besides, Fat Bastard and I were both desperate for coffee and heading for the same empty urn. Συνέχεια

Είμαι υπόδικος και δεν το ξέρω;

Δεν καταλαβαίνω την πρεμούρα του ΣΥΡΙΖΑ να υποστηρίξει τον νόμοΡουπακιώτη στον βαθμό που πρόκειται για τον νόμο Μιλτιάδη Παπαϊωάννου (κι αργότερα Καστανίδη), εις ό,τι αφορά την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών ή αντιθέτως περί τη φραγή εναντίον ορισμένων απ’ αυτές,

έστω για λόγους ανωτέρας βίας υπέρ του καλού και του ωφέλιμου.

Ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με τις καλύτερες προθέσεις και το καλό όταν μετέρχεται μεθόδους του κακού για να κατισχύσει γίνεται κακό το ίδιο – κοινώς, ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα.

Με τον νόμο Ρουπακιώτη διατρέχει κίνδυνο η έκφραση γνώμης. Μια γνώμη μπορεί να είναι λάθος ή επικίνδυνη ή ηλίθια ή απάνθρωπη. Εχειδικαίωμα όμως να εκφρασθεί. Και μια άλλη γνώμη σωστή ή έξυπνη ήωφέλιμη ή ανθρωπιστική να την αντικρούσει. Αν μπορεί. Και πάντως ηέκβαση της σύγκρουσης των γνωμών ή των ιδεών δεν μπορεί νααποφασίζεται στα δικαστήρια. Αποφασίζεται στην πολιτική, αφορά τη φιλοσοφία, την ηθική και τις ιδεολογίες. Κι όχι τον ποινικό κώδικα.

Ποινικό κώδικα εναντίον των ιδεών καθιέρωσαν, στη νεότερη ιστορία, και χρησιμοποίησαν μόνον οι φασίστες και κατά παρέκβασιν οι κομμουνιστές στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού – με τα γνωστά θλιβερά αποτελέσματα.

Τα «εγκλήματα γνώμης», όπως στη Γαλλία καθιέρωσε ο νόμοςΓκεϋσώ κι άλλοι προγενέστεροι νόμοι στη Γερμανία (λόγω του ναζιστικού παρελθόντος της), αποτελούν μια γοτθική, μπρουτάλ, συσκότιση τηςδιαφοράς μεταξύ της σκέψης και της πράξης. Η πράξη δικάζεται, η σκέψηποτέ. Μπορεί να έχει σκεφτεί κάποιος χίλιες φορές να σκοτώσει τον πατέρατου, αν όμως δεν το διαπράξει, δεν δικάζεται. Η σκέψη, η σκοτεινή σκέψη, η φωτεινή σκέψη, κρίνεται, αλλά δεν δικάζεται. Δικάζεται μόνον η πράξη.

Και κατά την εκδίκαση της πράξης, όταν είναι αξιόποινη, δικάζεται και η σκέψη που την προκάλεσε (του ίδιου του υποδίκου ή η τυχόν ηθική αυτουργία άλλων) – αλλά αφού έχει

συντελεσθεί η πράξη. Αφού πρώτα υπάρξει σώμα εγκλήματος. ΠοτέπρινΠροληπτική δίκη της σκέψης για να μη γίνει η πράξη, είναι τόσο γελοία, όσον η προληπτική επιστράτευση των καθηγητών, στην οποία προ ημερών κατέφυγε η κυβέρνηση – για να φέρουμε ένα μόνον παράδειγμα. Συνέχεια

Ο ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός του Άνταμ Σμίθ

Κατά τον Άνταμ Σμιθ (1723-1790), στόχος του κράτους είναι να προστατέψει τους πλούσιους από τη βία και την αρπακτική διάθεση (rapacity) των φτωχών, διατηρώντας τη χρήσιμη ανισότητα στις περιουσίες, η οποία αναγκαία προκύπτει από τον διαφορετικό βαθμό εργατικότητας, ικανοτήτων και επιμέλειας των πολιτών. Το κράτος στον Σμιθ είναι σαφέστατα ταξικά προσανατολισμένο, με αποκλειστικό στόχο την προστασία της ιδιοκτησίας, δηλαδή της ταξικής κυριαρχίας των καπιταλιστών και των γαιοκτημόνων έναντι της εργατικής τάξης. Στον Πλούτο των Εθνών ρητά αναφέρει ότι η αναγκαιότητα της δημιουργίας διακυβέρνησης προκύπτει όσο αυξάνεται η κατοχή ιδιοκτησίας.

Η ταξική πάλη στη σκέψη του Σμιθ

Από τη στιγμή που εγκαινιάστηκε η πρακτική της ιδιοποίησης μεγάλων εκτάσεων γης, εισήχθη και η λογική της συσσώρευσης του χρήματος, κάτι που ο Σμιθ περιγράφει με τον όρο στοκ (stock), ενώ ο Μαρξ θα περιγράψει ως κεφάλαιο. Οι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι στον Σμιθ υπάρχουν δύο θεωρίες της αξίας ή, αν θέλετε, μία που είναι αμφίσημη. Από τη μία, υποστηρίζει ότι το ενοίκιο της γης και το κέρδος είναι δύο πηγές εισοδήματος που αφαιρούνται από την εργασία του εργάτη. Με άλλα λόγια, ο γαιοκτήμονας και ο καπιταλιστής υφαρπάζουν μέρος της εργασίας του εργάτη. Στον Σμιθ συναντάμε το γνωστό σχήμα των τριών τάξεων: των γαιοκτημόνων, των καπιταλιστών και της εργατικής τάξης. Οι εργάτες, μας λέει στον Πλούτο των Εθνών, αναγκάζονται να συνασπίζονται προκειμένω να διεκδικούν πιο υψηλούς μισθούς και οι εργοδότες να συνασπίζονται και αυτοί για να κρατάνε τους μισθούς πιο χαμηλά. Μάλιστα τα αφεντικά, γράφει, βρίσκονται σε μια σιωπηρή συμφωνία μεταξύ τους.Από την άλλη, στο ίδιο έργο, βρίσκουμε την άποψη ότι και οι τρεις τάξεις συντελούν στην αύξηση του πλούτου και ότι τα κέρδη τους δεν έρχονται σε σύγκρουση αναμεταξύ τους, εφόσον είναι τρεις ανεξάρτητες μεταξύ τους πηγές εισοδήματος. Ο Μαρξ αυτό θα το ονομάσει τριαδική φόρμουλα. Οι γαιοκτήμονες έτσι παίρνουν ενοίκιο, οι καπιταλιστές το κέρδος (profit) και ο εργάτης τον μισθό του. Είναι σαφές ότι ο Σμιθ διαθέτει δύο αντιφατικές θεωρίες για την αξία, μία εργασιακή και μια άλλη που αντιλαμβάνεται το ενοίκιο, τους μισθούς και το κέρδος ως ανεξάρτητα μέρη της αξίας του εμπορεύματος. Η δεύτερη είναι εκείνη που τελικά κυριαρχεί. Συνέχεια

Επικήδειες τιμές: Μια ιστορία του Danilo Kiš για τον αναρχικό Μπαντούρα και την πουτάνα Μαριέττα

Η ιστορία διαδραματίζεται το 1923 ή ’24. Νομίζω στο Αμβούργο. Είναι η εποχή της οικονομικής κρίσης και των ραγδαίων υποτιμήσεων: ένας λιμενεργάτης βγάζει μεροκάματο δεκαεφτά δισεκατομμύρια μάρκα και οι καλές πόρνες για τις υπηρεσίες τους ζητάνε τα τριπλάσια. (Οι ναύτες στο λιμάνι του Αμβούργου τα «ψιλά» τους τα φυλάνε σε χάρτινες κούτες κάτω από τη μασχάλη.)
Σε ένα ροζ δωματιάκι της περιοχής του λιμανιού πέθανε ξαφνικά, από πνευμονία, μια πόρνη με το όνομα Μαριέττα. Ο Ουκρανός Μπαντούρα, ναύτης και επαναστάτης, ισχυριζόταν ότι «την έκαψε ο έρωτας». Του ήταν αδύνατο να συσχετίσει το θεϊκό της σώμα με κάτι τόσο κοινότοπο σαν την πνευμονία, που επιπλέον είναι «αστική ασθένεια». «Σαν να κάηκε στην πυρά». Έλεγε. Μολονότι είχαν περάσει σχεδόν πέντε χρόνια από το γεγονός, η φωνή του Μπαντούρα, ακόμα και τώρα, καθώς μιλούσε γι’ αυτό, ακουγόταν βραχνή και έτρεμε, σαν να τον έπνιγε ο βήχας. Δεν έφταιγε μόνο το αλκοόλ, αν και, κακά τα ψέματα, ο Μπαντούρα εκείνο τον καιρό ήταν ήδη ερείπιο, διωγμένος από τους δικούς του, και θύμιζε ένα μεγάλο σκουριασμένο καράβι που σαπίζει, αραγμένο, στα ρηχά.

«Πίστεψέ με», μουγκρίζει ο Μπαντούρα, «καμιά πουτάνα σε όλο τον κόσμο δεν θρηνήθηκε πιο ειλικρινά… Καμιά δεν κηδεύτηκε με μεγαλύτερες τιμές».

Για την κηδεία της Μαριέττας ερημώθηκαν τα παρτέρια των δημοτικών θερμοκηπίων και λεηλατήθηκαν οι κήποι των εξοχικών επαύλεων, τα σκυλιά γάβγιζαν όλη τη νύχτα, οι μολοσσοί και τα λυκόσκυλα ούρλιαζαν, προσπαθώντας να σπάσουν τα περιλαίμια τους που θυμίζουν ακάνθινο στεφάνι. Οι χαλκάδες των βαριών αλυσίδων σύρονταν στα τεντωμένα ατσάλινα σύρματα, λες και χτυπούσαν οι αλυσίδες όλων των σκλάβων της ιστορίας, αλλά και κανείς δεν υποψιάστηκε, ούτε καν οι ταλαίπωροι γερο-κηπουροί, που τα πονεμένα κόκαλά τους έκρυβαν ένα ιστορικό αρρώστιας μακρύ σαν την ιστορία του προλεταριάτου, κανείς δεν υποψιάστηκε, λοιπόν, ότι εκείνη τη νύχτα είχε ξεσπάσει μια μικρή, ιδιαίτερη επανάσταση: οι ναυτικοί από το λιμάνι του Αμβούργου κατέλαβαν αιφνιδιαστικά τις ενορίες των πλουσίων και αυτά τα παιδιά των προλεταρίων από τη Χάβρη, τη Μασσαλία, την Αμβέρσα, κάτω από τα φτερά της νύχτας έσφαξαν τις γλαδιόλες, θερίζοντας σύρριζα τα κοτσάνια με κοφτερούς ναυτικούς σουγιάδες, και τσαλαπάτησαν με τις ξεχαρβαλωμένες αρβύλες τους όλη τη μικρότερη βλάστηση που δεν άξιζε μαχαίρι. Εκείνη τη νύχτα τα πάρκα και οι κήποι «καταπατήθηκαν βάρβαρα» και δεν γλίτωσε ούτε το Δημοτικό Άλσος, ούτε το Πάρκο του Δημαρχείου, «δυο βήματα από την αστυνομία». «Η βάρβαρη αυτή πράξη», έγραφαν οι εφημερίδες, «οφείλεται αναμφίβολα σε άτομα με αναρχικές τάσεις και αδίστακτους λαθρεμπόρους λουλουδιών».

Στο τάφο της Μαριέττας μεταφέρθηκαν ολόκληρες τριανταφυλλιές, άσπρες και κόκκινες, καθώς επίσης πευκόκλαδα με νωπές μαχαιριές, τουλίπες και χρυσάνθεμα, πυράκανθοι, γαλανές ορτανσίες, παρακμιακές ίριδες, αυτά τα έκφυλα λουλούδια της μπελ επόκ, υάκινθοι και πολύτιμες μαύρες τουλίπες, νυχτολούλουδα, νεκρικοί κέρινοι κρίνοι, το άνθος της αγνότητας και της πρώτης Μετάληψης, μενεξεδένιες πασχαλιές που αποπνέουν σήψη, κακόμοιρες ορτανσίες και αποκρουστικές γλαδιόλες (αυτές ήταν οι περισσότερες), χλομές και ροζέ, άγιες, αγγελικές γλαδιόλες, φορτισμένες με όλο το μυστικισμό του ρόδου και του ξίφους, και όλα αυτά στον αστερισμό του σάπιου πλούτου, στον αστερισμό της ψυχρής πολυτέλειας των επαύλεων, γλαδιόλες θανάσιμα πληθωρικές, ποτισμένες με τον ιδρώτα των ταλαίπωρων γερο-κηπουρών, με τα σιντριβάνια των ποτιστηριών, με την τεχνητή βροχή των αρτεσιανών φρεάτων, ούτως ώστε να προστατεύεται απ τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες η νοσηρή άνθηση αυτών των στείρων λουλουδιών που δεν έχουν καμιά μυρωδιά, ούτε καν ψαρίλας, παρά την εκπληκτική τους μορφή με τις αρθρώσεις σαν δαγκάνες αστακού, παρά τις κέρινες καμπύλες των πετάλων και την απατηλή αιχμηρότητα των μπουμπουκιών- όλη αυτή η τερατώδης αφθονία δεν ήταν ικανή να βγάλει το παραμικρό ίχνος ευωδιάς, ούτε καν όσο μια άγρια βιολέτα. Ως κορώνα σε αυτό το πολύχρωμο φυτικό πυροτέχνημα έστεκαν κλαδιά μανόλιας, λάφυρα από τον Βοτανικό Κήπο, φουντωτά κλαδιά με σαρκώδη φύλλα και σε κάθε κλαδί από ένα μεγάλο άσπρο λουλούδι, σαν τους μεταξωτούς φιόγκους στα μαλλιά των «κοριτσιών από σπίτι» που ο kamerad Μπαντούρα παρομοίαζε (υπερβάλλοντας , ως συνήθως) με τις πουτάνες του λιμανιού. Προς το παρόν άθικτα έμεναν τα νεκροταφεία, γιατί ο Μπαντούρα στην έκκληση του «σε όλους τους ναύτες, σε όλους τους λιμενεργάτες, σε όλους που την αγάπησαν», απαίτησε αποκλειστικά ζωντανό λουλούδι και, προφανώς υπό το κράτος κάποιας, θα λέγαμε, μυστικιστικής έμπνευσης, ρητά απαγόρευσε να βεβηλωθούν οι τάφοι. Πιστεύω ότι μπορώ να αναπαραστήσω, έστω κατά προσέγγιση, τη ροή των σκέψεων του: «Το θάνατο δεν μπορείς να τον ξεγελάσεις. Το λουλούδι έχει μια σαφή διαλεκτική πορεία και ένα βιολογικό κύκλο όπως και ο άνθρωπος: από την άνθηση μέχρι τη διάλυση. Οι προλετάριοι δικαιούνται τις ίδιες επικήδειες τιμές με τα αφεντικά. Οι πουτάνες είναι προϊόν ταξικών διακρίσεων. οι πουτάνες (άρα) αξίζουν τα ίδια λουλούδια με τις δεσποινίδες από σπίτι». Κ.ο.κ.

Η σιωπηλή πομπή με επικεφαλής τον Μπαντούρα, μόλις έφτασε στα εργατικά προάστια, ύψωσε αμέσως τις κόκκινες και τις μαύρες σημαίες, και αυτές ανοίχτηκαν στον αέρα, πλατάγισαν σαν κακός οιωνός, το κόκκινο της φωτιάς και το μαύρο της νύχτας- σύμβολα με έντονες κοινωνικές αναφορές, παρόλο που τόσο θυμίζουν τη γλώσσα των λουλουδιών. Συνέχεια

Πόσα ράμματα χωράνε σε ένα παιδικό πρόσωπο;…

Της Αντας Ψαρρά, από τη σημερινή «Εφημερίδα των Συντακτών»

Η ιστορία ενός 14χρονου Αφγανού, που είχε έρθει με τη μητέρα του στην Ελλάδα για μια καλύτερη ζωή, θέλησε να φύγει για την Ελβετία όπου ζει ο αδελφός του, αλλά τον πρόλαβε ένα τάγμα εφόδου για να…
του χαρακώσει τη ζωή.

Τριάντα ράμματα σε ένα παιδικό πρόσωπο, αποτέλεσμα τυφλής ρατσιστικής βίας. Ενα δεκατετράχρονο παιδί που δεν έκανε τίποτα, που απλά υπάρχει, εισέπραξε την άγρια ναζιστική τιμωρία ενός ακόμη τάγματος εφόδου.

Είχε έρθει στην Ελλάδα με τη μητέρα του και το όνειρο να φύγει μακριά από τη φρίκη. Ο μικρός Αφγανός ετοιμαζόταν να πάει με τη μητέρα του στην Ελβετία, όπου βρίσκεται και ο αδελφός του. Μια και η νομιμότητα δεν επιτρέπει τέτοια όνειρα σε ένα παιδί του Τρίτου Κόσμου, η μόνη γνωστή οδός είναι η επί πληρωμή διασφάλιση μια πολυπόθητης θέσης σε ένα αεροπλάνο.

Ο μικρός είχε χωριστεί από τη μητέρα, μια και ο οργανωτής της διαφυγής τούς είχε βάλει σε ξεχωριστά γκρουπ, για προφανείς λόγους. Το γκρουπ της μητέρας επιβιβάστηκε κι έφυγε, ενώ η ίδια ήταν σίγουρη ότι ο μικρός είχε ήδη επιβιβαστεί νωρίτερα. Τελικά, για -πολλοστή φορά- κακή του τύχη συνελήφθη στο αεροδρόμιο κι αφού παρέμεινε για 20 λεπτά στο αστυνομικό τμήμα τον άφησαν, και αυτός πήρε το μετρό για να φύγει. Επέστρεψε στο σπίτι που έμενε με τη μητέρα του και με άλλες οικογένειες Αφγανών προσφύγων στην Αθήνα.

Αφησαν δηλαδή ένα δεκατετράχρονο παιδί έτσι απροστάτευτο χωρίς να ενδιαφερθεί κανείς για το πού θα πάει και πώς χωρίστηκε από τους δικούς του. Ο μικρός προσπαθούσε να βρει μια άκρη και γυρνώντας με το μετρό το απόγευμα της προηγούμενης Δευτέρας, στις 5.30, κατέβηκε στον σταθμό της πλατείας Αττικής. Κάποια στιγμή κατάλαβε ότι κάποιοι τον ακολουθούσαν και ξαφνικά ένιωσε ένα χτύπημα στον ώμο. Γύρισε και είδε τρεις νέους άντρες με μαύρα ρούχα.

«Οι μπλούζες τους είχαν ένα σήμα με δύο δάφνινα δεντράκια που κάτω ενώνονταν και μέσα είχαν ένα άλλο σχήμα» περιέγραψε ο μικρός. Τον ρώτησαν στα ελληνικά από πού είναι και του ζήτησαν τα χαρτιά του και μόλις εκείνος είπε Αφγανιστάν τον κλότσησε ο ένας και έπεσε κάτω. Του έσπασαν ένα μπουκάλι μπίρας στο πρόσωπο και τον χαράκωσαν. Ο μικρός αιμόφυρτος λιποθύμησε και ένας περαστικός τον πήγε στο νοσοκομείο. Εκεί τον έραψαν, του έδωσαν μια συνταγή για φάρμακα και τον άφησαν να φύγει.
Συνέχεια

Οι φράουλες ανήκουν σε αυτόν που τις μαζεύει.

Η φράουλα είναι ένα από τα κατεξοχήν προϊόντα που οι οικονομολόγοι ονομάζουν, εντάσεως εργασίας. Με απλά λόγια για το μεγαλύτερο μέρος του κόστους παραγωγής της, ευθύνεται η εργασία που χρειάζεται.

Είναι επίσης ένα ευπαθές προϊόν με πολύ μικρή σεζόν και πολύ συγκεκριμένες κλιματικές προτιμήσεις. Για την ακρίβεια αγαπά τα ηπειρωτικά κλίματα ελαφρώς πιο βόρια της ελλάδας. Και τότε γιατί σκατά η ελλάδα και η ισπανία εξάγουν φράουλες? Μα γιατί βάση του συνθήματος όλα τα φρούτα όλες τις εποχές, η σεζόν της φράουλας στην ελλάδα έρχεται νωρίτερα από τη σεζόν της πραγματικής φράουλας. Α ναι ξέχασα να σας πω. Αν είστε από τη βόρια ελλάδα ή αν έχετε φάει φράουλες της κεντρικής ευρώπης στην εποχή τους, θα ξέρετε ήδη πως η φράουλα μανωλάδας έχει τόση σχέση με φράουλα, όσο η ντομάτα ολλανδίας έχει σχέση με ντομάτα.

Αλλά αυτό δεν ενδιαφέρει τα σουπερμάρκετ που πολύ συγχύζονται όταν οι γραμμές τροφοδοσίας τους στερεύουν. Για τα σουπερμάρκετ, κάτι που μοιάζει με φράουλα και κάτι που μοιάζει με ντομάτα είναι αρκετά για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση του καταναλωτή που εκεί που τσιμπάει την κρέμα γάλακτος, σκέφτεται ας πάρω κι ένα κεσεδάκι “φράουλες”.

Κάπως έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε αυτή η καταπληκτική ευκαιρία, όπου οι μανωλαδιότες γίνανε μπίζνεσμεν και η -τρόπος του λέγειν- φράουλα μανωλάδας εξαγώγιμο προϊόν. Το μικρό πρόβλημα σε αυτή την καταπληκτική ιδέα ήταν φυσικά πως το γαμημένο φρουτάκι πρέπει να το ξετινάξεις στα φάρμακα για να επιβιώσει εκτός της γεωγραφικής του εντοπιότητας. Αλλά ποιος χέστηκε για τους καταναλωτές ας πρόσεχαν αυτό είναι ένα externality στα πλαίσια που τα όρια είναι κάτω από τα ανώτατα που θέτει η ΕΕ. Το δεύτερο προβληματάκι με το γαμημένο φρουτάκι είναι πως συνεχίζει να είναι προϊόν εντάσεως εργασίας και άρα για να είναι ανταγωνιστικό πρέπει κάποιος αράπης να το μαζέψει, είτε βρίσκεται στην ελλάδα, είτε στην ισπανία. Αλλά και ο αράπης είναι externality διότι δεν ψηφίζει και του κάνουμε τη χάρη και του δίνουμε δουλειά. Άρα όλα μια χαρά.

S Vs F

Φυσικά υπήρχαν πάντα κάποιοι τρελοί που δεν το θεωρούσαν μια χαρά. Αλλά ήταν κι αυτοί externality ή μια μικρή ασήμαντη ποσότητα. Κι όσο η μηχανή δούλευε καλά, κανείς δεν ενδιαφερόταν για μερικές δεκάδες χιλιάδες αράπηδες, είτε έχτιζαν ολυμπιακούς παρθενώνες, είτε μάζευαν φράουλες. Εδώ η ελληνική κοινωνία δεν ενδιαφερόταν για το αίμα της, για τους αράπηδες θα ενδιαφέρεται? Άρα μαύρα τα μαντάτα?

Εντελώς. Με μια μικρή αλλά όχι ασήμαντη διαφορά. Ότι εδώ και πέντε χρόνια ζούμε σε μια άλλη κατάσταση. Μια κατάσταση που μοιάζει με την παραπάνω αλλά είναι δραματικά διαφορετική. Είναι η περίοδος που το σκατό χτύπησε στον ανεμιστήρα όπως πολύ περιγραφικά λένε οι αμερικάνοι. Και η κακή η μοίρα του έλληνα, έφερε μέρος των τρελών που δεν θεωρούσαν την εκμετάλλευση των αραπάδων μια χαρά, να είναι αξιωματική αντιπολίτευση. Στην πραγματικότητα να είναι η επόμενη σίγουρη κυβέρνηση της χώρας. Συνέχεια

ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΔΕΝ ΑΝΑΣΤΑΙΝΟΝΤΑΙ ΟΥΤΕ ΜΕ ΠΡΟΘΥΜΕΣ ΠΟΥΤ@ΝΕΣ, ΟΥΤΕ ΜΕ ΚΑΚΟΜΟΙΡΟΥΣ ΖΗΤΙΑΝΟΥΣ.

Το 54% ανεργία στους νέους είναι το μεγάλο πρόβλημα ή για να το θέσουμε καλύτερα “είναι η εκπαίδευση για δουλεία” σε παιδιά που θα ζήσουν και θα πρέπει να δουλεύουν στα χωράφια των νέων φεδουδαρχών. Ο μισθός των διακοσίων ή τριακοσίων ευρώ, δεν είναι λύση λιτότητας στην οικονομία του κράτους. Είναι το όριο συνειδητοποίησης πως αυτά που ξέρατε τελείωσαν. 

Πόσες φορές δεν ακούσαμε μετά τα γεγονότα στη Μανωλάδα τη φράση “γιατί δεν πήγαιναν ελληνόπουλα να δουλέψουν εκεί”, πόσες αναλύσεις για το γεγονός πως οι μετανάστες κάνουν τις βρωμοδουλειές ενώ τα ελληνόπουλα απαξιούν να δουλέψουν σε τέτοιες συνθήκες.  Κι αυτό ειπωμένο με μια δόση μπράβο για τους μετανάστες που μπορούν και κερδίζουν το ψωμί τους με τόσο άθλιες συνθήκες, ενώ τα ελληνόπουλα είναι μαμμόθρεφτα.

Σοβαροί άνθρωποι, γονείς, εκπαιδευτικοί αρχίζουν κι αναρωτιούνται μέσα στα πλαίσια αυτής της αισχρής και παρανοϊκής σκέψης. Αρχίζουν και θεωρούν έντιμο και σοβαρό ένα παιδί που θα δεχτεί να δουλεύει με τρία κατοστάρικα, χωρίς, ασφάλεια, σε συνθήκες εκβιασμού και δουλείας για να φέρνει ένα κομμάτι ψωμί στο σπίτι. Η κοινωνία συνηθίζει να επιβραβεύει τα παιδιά που έχουν κρεμάσει τα πτυχία τους στο τοίχο και βγάζουν κάλους από την ορθοστασία με το δίσκο στο χέρι, ζυμώνοντας πίτσες, πουλώντας φυλλάδια στο δρόμο, καθαρίζοντας τουαλέτες, και σύντομα μαζεύοντας φράουλες κι αίμα, για ένα μεροκάματο που δεν φτάνει ούτε για τα απολύτως απαραίτητα για μια ελάχιστη αξιοπρεπή διαβίωση.

Τα όνειρα των νέων επιβάλλεται να μετατραπούν σιγά σιγά σε “ανάγκη επιβίωσης” κι όχι σε στόχους που να συμβαδίζουν με τα ταλέντα τους, την ικανότητά τους σε κάποιο τομέα που αγαπούν, στη προοπτική να εργαστούν για να ζήσουν καλύτερα και να κάνουν οικογένεια, αλλά στη προοπτική του να μην πεθάνουν από τη πείνα ή να βρεθούν άστεγοι σε κάποια σκαλιά. Η αποδοχή αυτής της αθλιότητας ονομάζεται σοβαρότητα κι ευθύνη.

Δεν υπάρχει στον ορίζοντα σαν στόχος η ανάπτυξη τομέων που είχαν μείνει πίσω από μια σχιζοφρενική πολιτική. Αυτά είναι μπούρδες. Δεν υπάρχει στόχος να γεμίσουν τα χωράφια με νέους αγρότες εκπαιδευμένους, που θα βγάζουν κοπιάζοντας όπως κοπιαστική είναι δουλειά να δουλεύεις τη γη, αλλά μ΄ενα γερό μεροκάματο και προοπτική να πάρεις τη δική σου γη και να γίνεις πχ μικροπαραγωγός. Δεν υπάρχει σαν στόχος να γεμίσουν νέα εργοστάσια που ανοίξουν με γερούς  εργάτες με γερά μεροκάματα,  επιδόματα, μια σύνταξη νωρίτερα λόγο βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας. Δεν υπάρχουν στόχοι να ανθίσει το επάγγελμα του τεχνίτη, του βιοτέχνη, κλπ.

Ο στόχος είναι στα υπάρχοντα κι αυτά που θα ξεπουληθούν σε διεθνείς κολοσσούς, στις πολυθενικές, στα εργοστάσια που θα ανήκουν σε μεγάλες ξένες βιομηχανίες, στα λιμάνια και τα αεροδρόμια που θα ανήκουν σε ξένους επενδυτές, στα σούπερ μαρκετ, στις αλυσίδες, στα τουριστικά θέρετρα, οι νέοι να έχουν εκπαιδευτεί να εργάζονται όπως οι λαθρομετανάστες της Μανωλάδας.

Ο ίδιος ο γονιός μέσα στην απόγνωση της νέας φτώχειας, της ανεργίας, των δανείων που τρέχουν, των χρεών σε δημόσια ταμεία και σε τράπεζες, ΑΠΟΔΕΧΕΤΑΙ το παιδί του να γίνει δούλος. Χωρίς να κουνάει τσίνορο. Χωρίς να υπάρχει καν η πολυτέλεια να το αποτρέψει από αυτή τη κατάντια. Φυσικά και καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή. Αρκεί να πιάνουν τα χέρια σου, να βαστάει το σώμα σου, να είσαι έτοιμος να κουραστείς, να ιδρώσεις, να αγωνιστείς για τη ζωή σου. Αλλά αν όλα αυτά τα κάνεις για να εισπράξεις ένα ξεφτιλισμένο χαρτζιλίκι που θα σου δώσει τη δυνατότητα να ζεις με άλλους πέντε σε μια τρύπα, ή να κοιμάσαι στο χωράφι ή στα σκαλιά μιας πλατείας, και όλος σου ο κόπος να πηγαίνει για να φοράς ένα τρύπιο παπούτσι και να κινδυνεύεις από αρρώστιες, με τη ζωή σου να κονταίνει όλο και πιο γρήγορα τότε δεν είσαι σοβαρός,  είσαι ή μ@λάκας ή δούλος. Συνέχεια

Πέντε ελληνικά πανεπιστήμια στα 200 κορυφαία (οι αξίες δεν κρύβονται όσο και να τις σπιλώνεται)

Ανάμεσα στα 200 κορυφαία πανεπιστήμια στον κόσμο, συγκαταλέγονται πέντε ελληνικά πανεπιστημιακά ιδρύματα, βάσει τους Διεθνούς Πίνακα Κατάταξης Πανεπιστημίων ανά Ειδικότητα 2013 της QS.

Στους πίνακες περιλαμβάνονται τα 200 κορυφαία πανεπιστήμια στον κόσμο για 30 κλάδους, συμπεριλαμβανομένων και ειδικοτήτων όπως η οικονομία, τα μαθηματικά, η φυσική, το δίκαιο και η ιστορία.

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης καταλαμβάνει σημαντικές θέσεις στις κατατάξεις ανάμεσα στα κορυφαία 200 και σε 10 ειδικότητες.
Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο κατέχει την υψηλότερη θέση –ανάμεσα στα άλλα ελληνικά πανεπιστήμια- στην ειδικότητα των πολιτικών μηχανικών, καθώς κατατάσσεται στην 25η θέση.
Το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Πανεπιστήμιο Πατρών και το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών έχουν υψηλή κατάταξη σε τουλάχιστον μία από τις ειδικότητες.
Για τους Διεθνείς Πίνακες Κατάταξης Πανεπιστημίων της QS 2013 αξιολογήθηκαν 2.858 πανεπιστήμια και  κατατάχθηκαν 678 στο σύνολο.

Πηγή: naftemporiki.gr

Το άλλο μείγμα διαχείρισης [1938-39]

Τον Ιανουάριο τού 1939, ξεχνώντας τις αποπληθωριστικές υποδείξεις όσων στο παρελθόν έκρουαν τον κώδωνα τού κινδύνου για τις κρατικές σπατάλες, [ο Ροζέ Ομπουέν, εκπρόσωπος τής Τράπεζας τής Γαλλίας στην BIS] εξέφρασε αναλυτικότερα την πρόθεσή του να διορθώσει «τα γαλλικά σφάλματα λαμβάνοντας ως γνώμονα τη γερμανική οικονομική εμπειρία», με άλλα λόγια, «την πολιτική τού Σαχτ», που είχε ως θεμέλιο την «εσκεμμένη πιστωτική επέκταση, […] που, αν και ανορθόδοξη, δεν [έπαυε] να είναι σταθμισμένη και πλήρως ελεγχόμενη». Στο οχτασέλιδό σημείωμά του, η ενότητα που αφορούσε «τα αδύναμα σημεία τού γερμανικού συστήματος» κάλυπτε μία μόλις σελίδα· οι υπόλοιπες αφιερώνονταν στον εγκωμιασμό τής πολιτικής τής σύνθλιψης των μισθών: «[π]ροκειμένου αυτή η προφανώς τολμηρή πολιτική να εξακολουθήσει να παράγει πρακτικά αποτελέσματα και, κυρίως, προκειμένου να αποσοβηθεί ο κίνδυνος ενός ανεξέλεγκτου νομισματικού πληθωρισμού, ελήφθησαν λεπτομερέστατα και δραστικότατα μέτρα προφύλαξης», όπως, για παράδειγμα: «—μια δρακόντεια πολιτική σταθερότητας των τιμών που ως ακρογωνιαίους λίθους έχει όχι μόνο την απαρέγκλιτη εφαρμογή των αυστηρότατων μέτρων ελέγχου των τιμών, αλλά και την απόλυτη σταθερότητα των ωρομίσθιων αμοιβών και τησυστηματική συμπίεση τής “αγοραστικής δύναμης” όσον αφορά τα καταναλωτικά αγαθά. Εφόσον, δε, κρίνεται αναγκαίο, περιορίζεται απευθείας η κατανάλωση (επιβολή δελτίου σε ορισμένα προϊόντα). —Λαμβάνεται ιδιαίτερη μέριμνα για τη διατήρηση τής επιχειρησιακής κερδοφορίας ή και τησημαντική διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους των μεγάλων εταιρειών, για τις οποίες μάλιστα προβλέπεται απαγόρευση διανομής μερίσματος, προκειμένου να εξασφαλιστούν κονδύλια για τη χρηματοδότηση δημοσίων επενδύσεων μέσω δανεισμού και φορολόγησης. — Εντατικοποίηση τής δημοσιονομικής προσπάθειας μέσω τής χρησιμοποίησης «εθελοντικών» μισθολογικών εισφορών,[*] κ.λπ. «σοβιετικού» τύπου [πολιτική, βεβαίως, που ουδέποτε βρήκε απήχηση στην Τράπεζα τής Γαλλίας]. — Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται και για την υποστήριξη και ενθάρρυνση τής εθελοντικής αποταμίευσης: διατήρηση των επιτοκίων σε αρκετά ικανοποιητικά επίπεδα, εσωτερική νομισματική σταθερότητα. — Ένταση των προσπαθειών στον τομέα τής εργασίας, δεδομένου τού ότι η επιμήκυνση τού χρόνου εργασίας αποτελεί το μόνο μέσο για τη διατήρηση τού επιπέδου διαβίωσης των εργατών.»[64] Συνέχεια