Πατριώτες και Πατριδεμπόροι

του Γιάννη Μελετόπουλου

Στην Ελλάδα έχουν καθιερωθεί να γιορτάζονται δύο εθνικές επέτειοι. Η πρώτη είναι η 25η Μαρτίου ως ημέρα της έναρξης της Επανάστασης του 1821 που οδήγησε στη δημιουργία του πρώτου νεοελληνικού κράτους. Η δεύτερη είναι η 28η Οκτωβρίου ως μέρα κατά την οποία, η Ελλάδα αρνήθηκε να παραδώσει εδάφη και αντιστάθηκε στην εισβολή των φασιστικών στρατευμάτων του Μουσολίνι το 1940 στο πλαίσιο του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Είναι ένα θέμα πάντως γιατί η Επίσημη Πολιτεία δεν έδωσε χαρακτήρα εθνικής γιορτής σε άλλες επετείους όπως πχ η απελευθέρωση της Ελλάδας απ’ τα ναζιστικά στρατεύματα στις 12 Οκτωβρίου 1944 ή η 17η Νοεμβρίου, καθώς εκείνη η εξέγερση του 1973 συνδέθηκε (οδήγησε και επιτάχυνε) με την πτώση της αμερικανοκίνητης στρατιωτικής Χούντας λίγους μήνες αργότερα.

Αυτό που σε κάθε περίπτωση πρέπει να σημειωθεί είναι -κάτι που δυστυχώς λίγοι γνωρίζουν με ακρίβεια- ότι η καθιέρωση αυτών των δύο επετείων ως εθνικών εορτών ήταν αρκετά «περιπετειώδης». Και επιπροσθέτως το περιεχόμενο που προσδόθηκε απ’ την Επίσημη Πολιτεία εξυπηρέτησε σκοπιμότητες που –για ακόμα μια φορά δυστυχώς αυτή είναι η αλήθεια- οδηγούσαν σε διαστρέβλωση του πραγματικού νοήματος αυτών των σημαντικών ιστορικών στιγμών της μακραίωνης διαδρομής του τόπου μας και του λαού μας. Επί παραδείγματι είναι γνωστό τοις πάση ότι η επανάσταση του 1821 δεν ξεκίνησε την 25η Μαρτίου, ωστόσο η επιλογή της ημερομηνίας εξυπηρετούσε τη συσχέτιση της επανάστασης με την επίσημη εκκλησία, η οποία τότε «διάβαζε» όπως ο μακαριστός Χριστόδουλος επί Χούντας. Και μάλιστα η 25η Μαρτίου δεν γιορτάστηκε αμέσως μετά την ανακήρυξη της Ελλάδας ως ανεξάρτητου τότε βασιλείου. Γιορτάστηκε 10 χρόνια αργότερα, το 1838.

Τρανή απόδειξη των διαστρεβλώσεων της ιστορικής μας μνήμης είναι, στις στιγμές που διανύουμε, ότι η Πολιτική Ηγεσία της χώρας επέλεξε να «γιορτάσει» το ΟΧΙ, τόσο πέρσι, όσο και φέτος με τον αποκλεισμό του λαού ακόμα και στο ρόλο του θεατή των στρατιωτικών και μαθητικών παρελάσεων. Επέλεξε δηλαδή να γιορτάσει μια εθνική επέτειο ερήμην και ενάντια στις διαθέσεις του έθνους και του λαού. Έδειξε πλήρη περιφρόνηση, φόβο και απαξία στα αισθήματά του, που δεν συμβαδίζουν με τις πολιτικές και εθνικές επιλογές της Επίσημης Πολιτείας. Έδειξε πανικό και θέλησε να αποτρέψει να εκφραστεί αυτό το χάσμα μεταξύ λαού και ηγεσίας ανοιχτά στους δρόμους.

Στην ιστορία ενός έθνους είναι λίγες οι στιγμές, κατά τις οποίες τα διαχρονικά μηνύματα των μεγάλων στιγμών του παρελθόντος του, αποκτούν μια άνευ προηγουμένου επικαιρότητα όπως συμβαίνει στις μέρες μας. Επικαιρότητα, που δε βρίσκεται αποκλειστικά στο ότι ειδικά στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης για πρώτη φορά έχουμε μια πολιτική δύναμη του κοινοβουλίου όπως είναι η Χρυσή Αυγή που εξυμνεί και προπαγανδίζει τη ναζιστική της ταυτότητα αλλά και το θαυμασμό της στο μοναρχοφασιστικό καθεστώς της «4ης Αυγούστου 1936» και στη δικτατορία της «21ης Απριλίου 1967». Άλλωστε σε πιο «ήπια» εκδοχή, αυτό συνέβη με το ακροδεξιό ΛΑΟΣ και δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής κανενός ότι πέρσι σύσσωμη η κοινοβουλευτική ομάδα του Γιώργου Καρατζαφέρη ανήμερα την 28η Οκτωβρίου μιλούσε για τον «εθνικό ηγέτη Μεταξά», ενώ ο ίδιος ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ πήγε και κατέθεσε, ως ένδειξη τιμής, στεφάνι στην οικία του Ιωάννη Μεταξά, του οπαδού δηλαδή του χιτλερισμού και δικτάτορα της Ελλάδας.

Το ξεχωριστό των στιγμών που συνθέτουν το πλαίσιο του φετινού εορτασμού του ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου του ’40 βρίσκεται στην περιρρέουσα πολιτική, κοινωνική και πνευματική ατμόσφαιρα που επαναφέρει το κλίμα της «εθνικοφροσύνης» που κυριάρχησε μετά τον πόλεμο και οδήγησε στην αμερικανοκίνητη στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967. Πρόκειται για τη μεταπολεμική εκείνη περίοδο κατά την οποία οι κομμουνιστές και η Αριστερά βρίσκονταν σε καθεστώς σκληρών διωγμών. Αυτό το νοσηρό πολιτικό κλίμα, που αποτέλεσε συνέχεια του προπολεμικού πολιτικού καθεστώτος στη χώρα μας, επιβλήθηκε γιατί η συνεργασία με τον καταχτητή βαφτίστηκε πατριωτισμός και η αντίσταση στον κατακτητή βαφτίστηκε προδοσία. Και όλα αυτά με απώτερο σκοπό να παραμείνουν τούτα τα ιερά και άγια χώματα ένα προτεκτοράτο του ιμπεριαλισμού των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ήταν η περίοδος που όπως έγραψε ο ποιητής Κώστας Βάρναλης το 1935

«μας εφορτώσαν στο βαπόρι

τους πατριώτες οι πατριδεμπόροι.

Εξορία στο λαό, χέρια δεμένα

για να ’ρθει ο Εξορισμένος (σ.σ. εννοεί το βασιλιά) απ’ τα ξένα

να χωρίσει το έθνος και να βάλει

τη μια πλευρά να πολεμάει την άλλη».

Σ’ αυτό το σκηνικό στην τρέχουσα αυτή περίοδο έχει τη δική της ξεχωριστή «συνεισφορά» η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή, που ανοιχτά πλέον επαναφέρει το κλίμα των αναγκαστικών νόμων 509 και 375, των εκτελεστικών αποσπασμάτων, των στρατοδικείων και της απαγόρευσης του συνδικαλισμού και των πολιτικών ελευθεριών-δημοκρατικών δικαιωμάτων του λαού. Από την άποψη αυτή και παραμονές της 28ης Οκτωβρίου αποκτάει ιδιαίτερο «συμβολισμό» η χυδαία και βρώμικη επίθεση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της Χρυσής Αυγής, Χρήστου Παππά κατά «του καταδικασμένου απ’ την ελληνική δικαιοσύνη εγκληματία σταλινικού Μανώλη Γλέζου»!

Για να μην ξεχνιόμαστε: ο Μανώλης Γλέζος είναι ο άνθρωπος που μαζί με το Λάκη Σάντα κατέβασαν το ’41 τη σβάστικα απ’ την Ακρόπολη και αυτή η ενέργεια τους καθώς και η ένταξη τους στη συνέχεια στο ΕΑΜ και στο κομμουνιστικό κίνημα για να πολεμήσουν το φασισμό, χαρακτηρίστηκε ως έγκλημα και βρέθηκαν μεταπολεμικά υπόλογοι έναντι της δικαιοσύνης και για να ακριβολογούμε έναντι των στρατοδικείων. Και ο σύγχρονος στρατοδίκης και δημόσιος κατήγορος του Γλέζου, Χρήστος Παππάς είναι ο εκπρόσωπος του κόμματος του οποίου τα στελέχη χαιρετούν ναζιστικά και πλέον δεν το κρύβουν.

Σ’ αυτό το πολιτικά νοσηρό και επικίνδυνο κλίμα έχουν τη δική τους συνεισφορά διάφορα «πορνοκάναλα», για να δανειστούμε τη γνωστή έκφραση του Νίκου Μιχαλολιάκου. «Πορνοκάναλα» ωστόσο που προπαγανδίζουν τη σκοτεινή ιδεολογία της Χρυσής Αυγής και φτάνουν στο σημείο να μιλάνε για «παιδομάζωμα των συμμοριτών» κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, αλλά και να εξυμνούν τους ταγματασφαλίτες και τους συνεργάτες των ναζί κατακτητών αναφερόμενοι στη μάχη του Μελιγαλά. Έφτασαν δε στο σημείο όπου ακούστηκε σε δημοσιογραφικό βίντεο η φράση «Κομμουνιστές εναντίον Ελλήνων»!

Και το χειρότερο όλων, που κάνει πιο επικίνδυνες τις στιγμές για τη δημοκρατία και τις ελευθερίες του λαού μας είναι ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός της χώρας, ο Αντώνης Σαμαράς εμφορείται απ’ το δόγμα που θέλει την Ελλάδα να είναι «η χώρα των νοικοκυρέων», δόγμα που αποτελεί παραλλαγή του δόγματος της μετεμφυλιακής Ελλάδας ως πατρίδας μόνο των «Εθνικοφρόνων Ελλήνων». Και τότε και τώρα η Αριστερά δέχεται τα πυρά της άρχουσας τάξης. Τότε ως «αντεθνικής δύναμης» και τώρα ως «συμμορίας ή λόμπι της δραχμής».

Στην περίοδο της Μεταπολίτευσης και ειδικά όσο απομακρυνόμαστε απ’ την περίοδο της Χούντας κυριάρχησε η ρουτίνα στους εορτασμούς επετείων όπως η 28η Οκτωβρίου. Ειδικά δε, μετά την επίσημη αναγνώριση και της ΕΑΜικής εθνικής αντίστασης το 1982, οι εκάστοτε κυβερνήσεις έκαναν προσπάθεια να «στρογγυλευτούν» οι πραγματικές διαστάσεις των γεγονότων που συνθέτουν το «ΟΧΙ» και οι όποιες εκδηλώσεις στο πλαίσιο μιας ψευδεπίγραφης εθνικής ενότητας απέκτησαν έναν άνευρο χαρακτήρα που συνίστατο στο δόγμα ότι «ναι μεν ο Μεταξάς είπε όχι, αλλά αυτό το επέβαλε ο λαός» ή και προσπάθησαν να εξαγνίσουν και να «ξεπλύνουν» τα έργα και τις ημέρες του φασιστικού και δικτατορικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου χάρη στην άρνηση του Μεταξά να παραδώσει άνευ όρων τη χώρα στην εισβολή των ιταλικών στρατευμάτων του ομοϊδεάτη του Μουσολίνι. Σε κάθε περίπτωση επιχειρήθηκε η συγκάλυψη του τι πραγματικά έπρεπε να γιορτάζουμε στην 28η Οκτωβρίου και αυτό γιατί έτσι επέβαλε το συμφέρον της άρχουσας τάξης με βάση τα όσα επακολούθησαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’40 αλλά και αργότερα, τουλάχιστον μέχρι και τη δικτατορία της 21ης Απριλίου. Αυτή ακριβώς τη διαδρομή ακολούθησαν τα σχολικά εγχειρίδια και η επίσημη διδασκαλία στο ελληνικό σχολείο.

Έτσι λοιπόν επανέρχεται στις μέρες μας με αμείλικτο τρόπο και ζητάει εναγωνίως απάντηση ποιος είπε το ΟΧΙ, τι ΟΧΙ ήταν αυτό και που απευθυνόταν. Είναι ένα κομβικό ιστορικό σημείο, απ’ την κατανόηση του οποίου εξαρτάται η κατανόηση όλων σχεδόν των κατοπινών δεκαετιών της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας. Αυτό το ερώτημα αποκτάει εξέχουσα σημασία γιατί «λαός που δε διδάσκεται απ’ την Ιστορία του είναι υποχρεωμένος να την ξαναζήσει». Ειδικότερα σήμερα η απάντηση στο ερώτημα ποιος, πως και γιατί σε σχέση με το ΟΧΙ παίρνει επείγοντα χαρακτήρα ύστερα απ’ την παραδοχή και την ανοιχτή ομολογία απ’ τα πιο επίσημα χείλη των ιθυνόντων της χώρας ότι είμαστε ξανά προτεκτοράτο.

«Λοιπόν έχουμε πόλεμο»

Με την επίθεση των στρατευμάτων του Μουσολίνι τον Οκτώβρη του 1940 η Ελλάδα μπήκε στο Β’ παγκόσμιο πόλεμο και βγήκε απ’ αυτόν τον Οκτώβρη του 1944 με την αποχώρηση των ναζιστικών στρατευμάτων απ’ την Αθήνα. Ας δούμε όμως τα γεγονότα μέσα απ’ τα επίσημα ντοκουμέντα και τις αναμνήσεις των ίδιων των πρωταγωνιστών, όπως καταγράφονται απ’ τον ιστορικό και δημοσιογράφο Σπύρο Λιναρδάτο στο βιβλίο του «Ο Ιωάννης Μεταξάς και οι Μεγάλες Δυνάμεις 1936-1940».

Ο Ιταλός πρεσβευτής Γκράτσι συνοδευόμενος απ’ τον ακόλουθο της Ιταλικής πρεσβείας Μοντίνι και το διερμηνέα του φτάνει στην Κηφισιά στο σπίτι του Μεταξά, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε λάβει απ’ τη Ρώμη. Ήταν νύχτα της 27ης προς 28ης Οκτωβρίου. «Στις 2.50 –γράφει ο Γκράτσι– βρισκόμαστε έξω από την είσοδο της μικρής έπαυλης. Ο διερμηνέας ανέφερε στο σκοτάδι ότι ο Ιταλός πρεσβευτής ήθελε να κάμει στον πρόεδρο της κυβερνήσεως επείγουσα ανακοίνωση. Ο χωροφύλακας άρχισε να κτυπά ένα ηλεκτρικό κουδούνι».

Κατόπιν φτάνει ο Μεταξάς, παίρνει το φάκελο απ’ το Ιταλό πρεσβευτή και αρχίζει να διαβάζει προσεκτικά τη διακοίνωση η οποία καταλήγει: «Η ιταλική κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνική Κυβέρνησιν όπως δώση αυθωρεί εις τας στρατιωτικάς αρχάς τας αναγκαίας διαταγάς ίνα η κατοχή αύτη δυνηθή να πραγματοποιηθή κατά ειρηνικόν τρόπον. Εάν τα ιταλικά στρατεύματα ήθελον συναντήσει αντίστασιν, η αντίστασις αύτη θα καμφθή δια των όπλων και η Ελληνική Κυβέρνησις θα έφερε τας ευθύνας αι οποίαι ήθελον προκύψει εκ τούτου».

Ο Γκράτσι απευθυνόμενος προς το Μεταξά του είπε πως αν δε γίνουν δεκτοί οι όροι του τελεσιγράφου τα ιταλικά στρατεύματα θα εισβάλλουν στην Ελλάδα στις 6 το πρωί. Κατά την αφήγηση του Γκράτσι ο Μεταξάς απάντησε: «Λοιπόν έχουμε πόλεμο». Ο ιταλός πρεσβευτής διευκρίνισε πως αν η Ελλάδα ήθελε να αποφύγει τον πόλεμο θα μπορούσε, αρκεί ο πρωθυπουργός να δώσει διαταγή στις μονάδες του μετώπου ν’ αφήσουν ελεύθερο το πέρασμα στα ιταλικά στρατεύματα. Ο Μεταξάς τότε ρώτησε ποια ήταν τα στρατηγικά σημεία που ζητούσε να καταλάβει η Ιταλία. Ο Γκράτσι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Και ο Μεταξάς επανέλαβε: «Βλέπετε, λοιπόν, πως έχουμε πόλεμο;».

Γεννιέται λοιπόν το ερώτημα: πως ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς, ένας πρώην φανατικός γερμανόφιλος που δεν έκρυβε τα φιλικά προς τα φασιστικά καθεστώτα αισθήματά του και διατυμπάνιζε την προσπάθειά του να «αναμορφώσει» την Ελλάδα στα πρότυπα της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας, είπε το ΟΧΙ;

Την απάντηση την δίνει ο ίδιος ο δικτάτορας στις 30 Οκτωβρίου του 1940 όταν «εξομολογείται» στους δημοσιογράφους: «Μη νομίσετε ότι η απόφασις του ΌΧΙ πάρθηκε έτσι σε μια στιγμή. Μη φαντασθήτε ότι εμπήκαμε εις τον πόλεμο αιφνιδιαστικά. Ή ότι δεν έγινε το παν ότι επετρέπετο και μπορούσε να γίνει διά να τον αποφύγουμε. (…) Θα σας αποκαλύψω τώρα, ότι τότε (σ.σ. ύστερα απ’ τον τορπιλισμό της Έλλης το 15Αυγουστο του 1940) διέταξα να βολιδοσκοπηθή καταλλήλως το Βερολίνο. Μου διεμηνύθη εκ μέρους του Χίτλερ η σύστασις να αποφύγω οιονδήποτε μέτρον δυνάμενον να θεωρηθή από την Ιταλίαν πρόκλησις. Έκαμα το παν διά να μη μπορούν οι Ιταλοί να εμφανισθούν ως δυνάμενοι να έχουν όχι αφορμάς και λόγους, αλλ’ ούτε ευλογοφανές παράπονον εκ μέρους μας, αν και από την πρώτην στιγμήν αντελήφθην τι πράγματι εσήμαινε η όλως αόριστος σύστασις του Βερολίνου (…) Ομολογώ ότι εμπρός εις την φοβεράν ευθύνην της αναμίξεως της Ελλάδος εις τέτοιον μάλιστα πόλεμον έκρινα πως καθήκον μου ήτο να δω εάν θα ήτο δυνατόν να προφυλάξω τον τόπον αυτόν, έστω και δια παντός τρόπου, ο οποίος θα εσυμβιβάζετο με τα γενικότερα συμφέροντα του Έθνους. Εις σχετικές βολιδοσκοπήσεις προς την κατεύθυνση του Άξονος μου εδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα ημπορούσε να είναι μία εκούσια προσχώρησις της Ελλάδος εις την «Νέαν Τάξιν». Προσχώρησις που θα εγίνετο λίαν ευχαρίστως δεκτή από τον Χίτλερ ως «εραστήν του Ελληνικού πνεύματος». Συγχρόνως μου εδόθη να εννοήσω ότι η ένταξις εις την Νέαν Τάξιν προϋποθέτει προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονάς μας, και ναι μεν αυτό θα συνεπάγετο φυσικά θυσίας τινάς διά την Ελλάδα, αλλά αι θυσίαι θα έπρεπε να θεωρηθούν απολύτως «ασήμανται» εμπρός εις τα «οικονομικά και άλλα πλεονεκτήματα» τα οποία θα είχε δια την Ελλάδα η Νέα Τάξις εις την Ευρώπη και εις την Βαλκανικήν. Φυσικά, με πάσαν περίσκεψιν και ανεπισήμως, επεδίωξα δι’ όλων των μέσων να κατατοπισθώ συγκεκριμένως ποίαι θα ήσαν αι θυσίαι αυταί με τας οποίας η Ελλάς θα έπρεπε να πληρώσει την ατίμωσιν της εξ ιδίας θελήσεως προσφοράς της να υπαχθή υπό την Νέαν Τάξιν. Με καταφανή προσπάθειαν αποφυγής σαφούς καθορισμού, μου εδόθη να καταλάβω ότι η προς τους Έλληνας στοργή του Χίτλερ ήτο η εγγύησις ότι αι θυσίαι αυταί περιωρίζοντο «εις το ελάχιστον δυνατόν». Όταν επέμεινα να κατατοπισθώ πόσον, επί τέλους, θα μπορούσε να είναι αυτό το «ελάχιστον», τελικώς μας εδόθη να καταλάβωμεν, ότι τούτο συνίσταται εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς. Δηλαδή θα έπρεπε διά να αποφύγωμεν τον πόλεμον να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδας προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν, και του αριστερού από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολο να προβλέψει κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των. Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα παρέλειπαν, υπερασπίζοντες πλέον τον εαυτόν των, έπειτα από μίαν τοιαύτη αυτοδούλωσιν της Ελλάδος εις τους εχθρούς των, να καταλάβουν την Κρήτην και τας άλλας νήσους μας τουλάχιστον. Το συμπέρασμα αυτό δεν προέκυπτε μόνο από την πλέον απλήν λογικήν, αλλά και από ασφαλείς και βεβαίας πληροφορίας εξ Αιγύπτου, καθ’ ας είχε ήδη προμελετηθή και αντιμετωπισθή η ενέργεια που θα έπρεπε να γίνη, ως φυσικόν επακόλουθον πάσης τυχόν εκουσίας ή ακουσίας συνεργασίας της Ελλάδος με τον Άξονα, εις τας Ελληνικάς νήσους…».

Ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς είναι σαφής. Είπε ένα ΟΧΙ που εξυπηρετούσε τους Άγγλους εκείνη τη στιγμή στα δικά τους ιμπεριαλιστικά και αποικιοκρατικά σχέδια κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Δεν είπε ένα ΟΧΙ που αφορούσε στην υπεράσπιση των συμφερόντων της πατρίδας και του ελληνικού λαού. Γι’ αυτό και το ΟΧΙ δεν το πίστευε όπως και πάλι ομολογεί ο ίδιος: «Αλλά υπάρχουν στιγμές –συνεχίζει– κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, αν θέλη να μείνει μεγάλος, να είναι ικανός να πολεμήση έστω και χωρίς καμίαν ελπίδα νίκης. Μόνον διότι πρέπει. Γνωρίζω ότι ο Ελληνικός Λαός δεν θα ήτο δυνατόν να δεχθή άλλο τι αυτήν την στιγμήν. (…) Δεν σας κρύβω, κύριοι, ότι η κατάστασις είναι εξαιρετικά δύσκολη. Μας περιμένουν μάλιστα δοκιμασίες μεγάλαι. Διά να μη δώσω ευκαιρίαν προς την επιζητουμένην διά παντός τρόπου αφορμήν κατασυκοφαντήσεώς μας, ευρέθην υποχρεωμένος να πάρω μίαν απόφασιν εξόχως σοβαράν. Να μην κάνω την επιστράτευσιν, όταν προ καιρού την εζήτησε και εξηκολούθησε επανειλημμένως να μου την ζητά το Επιτελείον

Μάλιστα ο Μεταξάς όχι μόνο δεν πίστευε στη νίκη αλλά και τη φοβόταν γιατί το ΟΧΙ του ελληνικού λαού κατά του ξένου φασισμού σήμαινε ταυτόχρονα και κίνδυνο για το φασιστικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά. Όπως γράφει ο ίδιος ο δικτάτορας στο ημερολόγιό του κατά τη δεύτερη μέρα του πολέμου «Με ανησυχεί η υπεραισιόδοξος κοινή γνώμη».

Στην πραγματικότητα «Η ηρωϊκή πάλη της Ελλάδας κατά της Ιταλίας έγινε περισσότερο σε πείσμα του φασιστικού καθεστώτος του Μεταξά, παρά εξαιτίας του, ακόμα κι όταν οι στρατιώτες πολεμούσαν τον εξωτερικό εχθρό, πολλοί υπέφεραν από αδικίες στα μετόπισθεν» σημειώνει ο τότε ανταποκριτής των «Times» της Νέας Υόρκης Α. Σ. Σέτζγουϊκ.

Είναι πλήρως επιβεβαιωμένο ιστορικά ότι το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ήταν κατασκεύασμα της βρετανικής πολιτικής και παρέμενε προσδεμένο στα συμφέροντά της στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια. Άλλωστε της ανόδου του Μεταξά στην εξουσία, με την ανοχή και τη στήριξη των αστικών κομμάτων το 1936, προηγήθηκε η επάνοδος του έκπτωτου Βασιλιά, του συμβόλου δηλαδή της Αγγλικής επικυριαρχίας στην Ελλάδα. Το ότι αυτό το καθεστώς ήταν ταυτόχρονα φασιστικό και ο κρατικός μηχανισμός προεξάρχοντος του Μεταξά ήταν συγγενές πολιτικά με τη Ναζιστική Γερμανία και τη Φασιστική Ιταλία διόλου δεν μπερδεύει τα πράγματα. Ίσα ίσα, είναι πλήρως σύμφωνο με τα γεγονότα.

Η Αγγλία και οι άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ευνόησαν το Χίτλερ ν’ ανέλθει στην εξουσία με σκοπό να τον ωθήσουν σε πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Και μόνο όταν κατάλαβαν ότι θα είχαν και οι ίδιες πρόβλημα τότε στράφηκαν κατά των Δυνάμεων του Άξονα. Η στάση τους που χαρακτηριζόταν από αδράνεια και ενθάρρυνση στις προκλήσεις του Χίτλερ που τσαλαπατούσε κάθε έννοια διεθνούς δικαίου της εποχής αποτελεί μια ομολογία. Είναι επίσης γνωστό ότι αν και τυπικά η Αγγλία κήρυξε πρώτη τον πόλεμο στη Ναζιστική Γερμανία πολύ αργά αποφάσισε να πολεμήσει πραγματικά, καθώς η κυρίαρχη έγνοια της ήταν η υπονόμευση της ΕΣΣΔ. Άλλωστε απ’ τα λεγόμενα του ίδιου του Μεταξά που αναφέραμε πιο πάνω, αυτό για το οποίο ενδιαφερόταν η Αγγλία εκείνη τη στιγμή ήταν εκείνα τα εδάφη όπως πχ η Κρήτη που θα της εξασφάλιζαν το πλεονέκτημα στη Βόρεια Αφρική κλπ. Δεν ήταν στα βασικά της μελήματα τα Βαλκάνια στα οποία σχεδίαζε να επιτεθεί ο Χίτλερ και να τα καταλάβει, προκειμένου να αποκτήσει στρατιωτικά πλεονεκτήματα ενόψει της επίθεσης που σχεδίαζε κατά της Σοβιετικής Ένωσης.

Η στάση της τότε Ελληνικής ηγεσίας πριν, κατά την διάρκεια της ιταλικής επίθεσης, αλλά και η πορεία των ανθρώπων του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου κατά την τριπλή φασιστική κατοχή (συνεργάτες των Ναζί) αποτελεί τον καθρέφτη της στάσης των Αφεντικών τους Άγγλων, οι οποίοι έκαναν κυρίαρχα ιμπεριαλιστικό πόλεμο και δευτερευόντως αντιφασιστικό. Αντιφασιστικό πόλεμο έκαναν μόνο στο βαθμό που οι δυνάμεις του Άξονα απειλούσαν τα δικά τους ιδιαίτερα συμφέροντα.

 

«Δίπλα στο κύριο μέτωπο και ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά…»

Απέναντι στην πολιτική της υποτέλειας ο ελληνικός λαός, που υπέφερε ταυτόχρονα απ’ τον εσωτερικό και τον εξωτερικό φασισμό, αντέταξε το δικό του ΟΧΙ. Το ΌΧΙ του λαού έχει την τιμή να το εκφράσει πρώτο με την πιο στεντόρεια φωνή το παράνομο, το εξόριστο και εντός των φυλακών του καθεστώτος, ΚΚΕ. Στις 2 Νοεμβρίου δημοσιεύεται στον ελληνικό τύπο το κάτωθι ανοιχτό γράμμα ο συντάκτης του οποίου κρατείται στη Γενική Ασφάλεια εκείνη την περίοδο, για να παραδοθεί λίγους μήνες μετά στους Ναζί κατακτητές και να παραμείνει έγκλειστος στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης μέχρι το τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου:

Προς το λαό της Ελλάδας[1]

ΑΝΟΙΧΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Ο φασισμός του Μουσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα, με σκοπό να την υποδουλώσει και εξανδραποδίσει. Σήμερα όλοι οι Έλληνες παλεύουμε για τη λεφτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είνε πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει πρέπει να παλεύει, αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο Λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και ο κάθε βράχος, η κάθε ρεματιά, το κάθε χωριό καλύβα με καλύβα, η κάθε πόλη σπίτι με σπίτι πρέπει να γίνει φρούριο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα. Στον πόλεμο αυτό, που το[ν] διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχωςκαμιά[2] επιφύλαξη. Έπαθλο για τον εργαζόμενο Λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα πρέπει να είνε, και θα είνε, μια καινούργια Ελλάδα της Δουλειάς, της Λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση και από κάθε εκμετάλλευση, μ’ ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.

Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του, και η νίκη θάνε νίκη της Ελλάδας και του Λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας.

Αθήνα  31.Χ.40                                                                                 Νίκος Ζαχαριάδης, Γραμματέας Κ.Ε. του ΚΚΕ

Στις 5 Δεκεμβρίου του 1940 με δεύτερο γράμμα του ο «αλύγιστος αρχηγός» του ΚΚΕ εξηγεί ολοκληρωμένα τη θέση των κομμουνιστών για τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο.

Η θέση μας στον πόλεμο[3]

«Σε πολλούς εργαζόμενους θα ξεπροβάλλει η ερώτηση: Αφού αναγκαστικά ο ελληνικός πόλεμος είναι κομμάτι του ιμπεριαλιστικού πολέμου Αγγλίας-Άξονα, είναι σωστή η θέση του ΚΚΕ στην ιταλοελληνική σύγκρουση; Δε χωρεί καμμιά αμφιβολία ότι ο Μεταξάς, όπως τον κάνει τον πόλεμο σήμερα, παίζει το παιχνίδι ελληνικής πλουτοκρατίας και του εγγλέζικου ιμπεριαλισμού. Γι’ αυτό και βάζει στους φυλακισμένους και εξόριστους κομμουνιστές τον όρο: Για να σας αφήσω να πολεμήσετε το φασισμό του Μουσολίνι, πρέπει να προσκυνήστε στο φασισμό του Μεταξά! Και αν η Αγγλία μας «βοηθά», είναι γιατί έτσι αποχτά πρώτης γραμμής στρατηγική θέση στη Μεσόγειο και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ορμητήριο για να χτυπήσει αύριο το Χίτλερ από στεριά. Ώστε ο εγγλέζικος ιμπεριαλισμός δε μας «βοηθά» από αγάπη.  Γιατί, όπως ο Μουσολίνι στα Δωδεκάνησα, έτσι κι αυτός δολοφονούσε τους Έλληνες στην Κύπρο στα 1931. Ούτε ξεχνάμε την Πάουερ[4], το ΔΟΕ[5] και τόσα άλλα. Ώστε το ΚΚΕ παίζει σήμερα το παιγνίδι του Μεταξά και του εγγλέζικου ιμπεριαλισμού; Η αλήθεια είναι ότι η θέση του ΚΚΕ είναι σήμερα πολύ λεπτή και πολύ δύσκολη. Τα στοιχεία που πρέπει να συγκροτήσουν σήμερα τη γραμμή του ΚΚΕ είναι τούτα δω:

α) Το ΚΚΕ είναι ενάντια στην υποδούλωση της Ελλάδας απ’ το Μουσολίνι και ενάντια στη φασιστική τάξη πραγμάτων του Άξονα.

β) Το ΚΚΕ είναι το ίδιο ενάντια στην υποδούλωση της Ελλάδας απ’ τον εγγλέζικο ιμπεριαλισμό, που μας ληστεύει απ’ το 1821 και που είνε σήμερα η συνισταμένη της αντεπαναστικής και αντισοβιετικής πλουτοκρατίας σ’ όλο τον κόσμο.

γ) Για τον εργαζόμενο λαό της Ελλάδας ο πόλεμος ενάντια στο Μουσολίνι είναι πόλεμος ΕΘΝΙΚΟΣ ΑΜΥΝΤΙΚΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ. Είνε ακόμα ένας κρίκος στην αλυσίδα από οικονομικούς-εθνικούς-κοινωνικούς-πολιτικούς αγώνες που κάνει ανοίγοντας το δρόμο προς την ολόπλευρη, ολοκληρωτική, προς τη σοσιαλιστική, σοβιετική του απελευθέρωση.

δ) Ο Μεταξάς, αποκρούοντας το Εθνικό-Παλλαϊκό μέτωπο, κάνει σήμερα πόλεμο φασιστικό-πλουτοκρατικό-αγγλόφιλο.

ε) Το ΚΚΕ πρέπει τον τέτοιο δρόμο του Μεταξά να τον μετατρέψει σε εθνικό-παλλαϊκό-αντιφασιστικό-αντιπλουτοκρατικό-αντιιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ο εργαζόμενος λαός στο μέτωπο και σ’ όλη τη χώρα πρέπει να καταχτήσει  την ηγεμονία στο σημερινό πόλεμο. Αυτή είνε ολόκληρη η θέση του ΚΚΕ. Πολεμά με το Μουσολίνι όχι για χάρη του Μεταξά και της Αγγλίας, μα προς όφελος του εργαζόμενου λαού της Ελλάδας, της Βαλκανικής και όλου του κόσμου. Μπορεί στα 1914 μια τέτοια θέση για μια μικρή χώρα νάταν εσφαλμένη. Σήμερα, εχτός από τον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό, υπάρχει και η ΕΣΣΔ, βασική κατάχτηση της παγκόσμιας επανάστασης και πρωταρχικό στήριγμα για κάθε λαϊκό, απελευθερωτικό και επαναστατικό κίνημα. Και με τη σημερινή κατάσταση στη Μεσόγειο-Βαλκάνια-Ευρώπη, η θέση του ΚΚΕ στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, όπως μπαίνει στο «ανοιχτό» γράμμα μου και όπως ξεκαθαρίζεται πιο πάνω, σε τελευταία ανάλυση δεν ωφελεί ούτε το Μουσολίνι-Χίτλερ, ούτε το Μεταξά, ούτε την Αγγλία, παρά μόνο το λαό της Ελλάδας και την Παγκόσμια Επανάσταση. Η Ελλάδα δε θέλει ούτε την κατάχτηση, «τις δολοφονίες και τους βιασμούς του Μουσολίνι», ούτε το φασισμό του Μεταξά, ούτε τον ιμπεριαλισμό της Αγγλίας. Και μέσα στο σημερινό αγώνα της πρέπει να ξεκαθαρίσει όλα αυτά.

στ) Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος είναι κι αυτός μια φάση, μια πράξη στον καινούργιο κύκλο από επαναστάσεις και πολέμους που έμπασε την ανθρωπότητα ο ιμπεριαλισμός και ο φασισμός. Οι προλετάριοι και οι αγρότες της Ελλάδας, ολόκληρος ο εργαζόμενος λαός της δεν μπορούσαν να μη δεχτούνε την πρόκληση του Μουσολίνι, δεν μπόρεσαν να δεχτούν το βιασμό του για το λόγο και μόνο ότι έχουν στην πλάτη τους το Μεταξά. Αυτό κάνει τον αγώνα τους πιο δύσκολο και βαρύ, μα δεν μπορούσε να τον χαλάσει, και τα τελικά αποτελέσματα απ’ το σημερινό μας αγώνα θα εχτιμηθούν από την ικανότητά μας να ξεκαθαρίσουμε τους λογαριασμούς μας τόσο με το Μουσολίνι, όσο και με το Μεταξά και τον εγγλέζικο ιμπεριαλισμό. Εδώ βρίσκεται το πραγματικό νόημα της θέσης που παίρνουμε σήμερα. Αν είναι σωστή ή όχι, θα κρίνουν όχι οι φλυαρίες μα τα έργα μας».

 Οι διαφορές είναι εμφανείς ανάμεσα στη στάση του Μεταξά και του φασιστικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου και στη στάση των κομμουνιστών και του ελληνικού λαού έναντι του πολέμου. Και στεκόμαστε αποκλειστικά στη στιγμή του πολέμου και δεν επεκτεινόμαστε καθόλου στις ανύπαρκτες προετοιμασίες του στρατού για την αντιμετώπιση μιας ιταλικής εισβολής, στην αποστράτευση όλων των δημοκρατικών αξιωματικών και στην άρνηση του καθεστώτος να επιτρέψει στους αντιφρονούντες να πολεμήσουν κατά του εχθρού.

Δεν είναι τυχαίο ότι η ηγεσία του ελληνικού στρατού συνθηκολόγησε και έφτιαξε τις κυβερνήσεις Κουίσλινγκς για να προασπίσουν την «ησυχία, τάξη και ασφάλεια» που ήθελαν οι κατακτητές, ενώ το ΕΑΜ ήταν αυτό που γιόρτασε απ’ τον πρώτο χρόνο μέσα στην κατεχόμενη απ’ τους Γερμανούς Ναζί και τους Ιταλούς και Βούλγαρους φασίστες, Ελλάδα την επέτειο του ΟΧΙ. Όπως διαβάζουμε απ’ το «Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης 1940 – 1945», εκδόσεις «Αυλός» σελ. 324 – 326: «Ο εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου αποφασίστηκε στις αρχές του Οκτώβρη 1941 σε μια συνεδρίαση του Γραφείου της ΚΕ της ΟΚΝΕ σε κάποιο σπίτι στην Κυψέλη… Την παραμονή της 28ης Οχτώβρη οι αρχές της κατοχής μετάδιναν από το ραδιόφωνο, δημοσίευαν στις εφημερίδες και είχαν τοιχοκολλήσει και στα κεντρικά σημεία της Αθήνας και των άλλων πόλεων της Ελλάδας ανακοινώσεις με τις οποίες απαγόρευσαν τις συγκεντρώσεις και τις κάθε είδους εκδηλώσεις την ημέρα αυτή, με ποινή επί τόπου εκτέλεση κλπ»… «… Στις 11 ακριβώς έβλεπες να καταφθάνουν οι φάλαγγες από τους διάφορους τόπους προσυγκέντρωσης με τις ελληνικές σημαίες μπροστά… Χιλιάδες και χιλιάδες φοιτητές, μαθητές, εργάτες είχαν πλημμυρίσει την πλατεία Συντάγματος. Διάφοροι ομιλητές πήραν το λόγο… άλλοι κατέθεταν στεφάνια στον Αγνωστο Στρατιώτη… ενώ οι συγκεντρωμένοι… έψαλαν τον εθνικό ύμνο. Εκεί για πρώτη φορά ακούστηκε το σύνθημα «θάνατος στο φασισμό – λευτεριά στο λαό»… Μπροστά στον όγκο των συγκεντρωμένων – που θα ήταν πάνω από 5.000 – δεν τόλμησαν να επέμβουν οι χαφιέδες και οι καραμπινιέροι – ειδοποιήθηκε η ιταλική καβαλερία που άρχισε να χτυπάει τους διαδηλωτές».

Αυτή είναι με λίγα ενδεικτικά λόγια η Ιστορία του ΟΧΙ. Η συνέχεια (θα έπρεπε) να είναι γνωστή. Το ΕΑΜ[6] συσπείρωσε την πλειοψηφία του ελληνικού λαού στην πάλη για την Απελευθέρωση την Ανεξαρτησία και τη Λαοκρατία. Όμως και πάλι οι Άγγλοι ιμπεριαλιστές και αποικιοκράτες αρχικά επέβαλαν το Δεκέμβρη και μας οδήγησαν στον εμφύλιο για να συντριβεί αυτό το μοναδικό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα αντιστασιακό κίνημα. Στη συνέχεια ο νέος επικυρίαρχος, οι ΗΠΑ στάθηκαν αρωγός του νεκραναστημένου μοναρχοφασιστικού καθεστώτος…

Εκείνη την εποχή, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου ο Κώστας Βάρναλης θα γράψει ένα αποκαλυπτικό χρονογράφημα για την 28η Οκτωβρίου του 1940. Δημοσιεύτηκε στο «Ρίζο της Δευτέρας» στις 27 Οκτωβρίου του 1947. Πρόκειται για το φύλο της Δευτέρας του Ριζοσπάστη με διευθυντή και εκδότη το Μανώλη Γλέζο. Γράφει λοιπόν ο Κώστας Βάρναλης:

«Η 28 Οκτώβρη είναι μια μεγάλη μέρα για τον Ελληνικό λαό – και μέρα ντροπής για τους προδότες του. Κι όμως ετούτοι γιορτάζουνε το «αλβανικό έπος». Και πάλι χωρίς το λαό και πάλι με φράχτη γύρω τους τα όπλα – να τους φυλάνε όταν πηγαίνουνε στην τελετή – να φυλάνε από το λαό τους εχθρούς του λαού. Το τι νόημα δίνουνε στο «αλβανικό έπος» οι φυγάδες του έπους φαίνεται από το νόημα που δίνουνε σε κάτι ανάλογες και παράλληλες ορολογικές απάτες, όπως π.χ. «απελευθέρωση», «ανεξαρτησία», «δημοκρατία», «αμερικάνικη βοήθεια», κλπ. Το ουσιαστικό περιεχόμενο των λέξεων είναι διαμετρικά αντίθετο με την ετυμολογική τους σημασία.

Αλλά το νόημα που έδινε η 4η Αυγούστου στο «αλβανικό έπος» μας το εξήγησε τότες με τρόπον επίσημον ο τότε διευθυντής της ασφάλειας κ. Παξινός. Ενώ δηλαδή ο Ελληνικός λαός γυμνός και άοπλος εγκαταλελειμμένος από τους «αρχηγούς» του χτύπαε στο μέτωπο και μπροστά του και πίσω του τους εχθρούς της ελευθερίας του, τους φασίστες, οι «αρχηγοί» του ελληνικού φασισμού ετοιμάζανε στην πρωτεύουσα την παράδοση του λαού – γιατί η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήταν παράδοση του στρατού μονάχα (των 200 χιλιάδων ανδρών) αλλά ολάκερου του ελληνικού λαού (των 7 εκατομμυρίων).    Ο μοναρχοφασισμός που είπε το μαύρο του «όχι», μονάχα για τον τύπο, κοίταε από την πρώτη στιγμή πώς θα έσωζε όχι την «πατρίδα» αλλά το καθεστώς του, πώς θα περνούσε τον ελληνικό λαό από τα δικά του τα χέρια στα ξένα χέρια χωρίς ο μεσίτης να χάσει ούτε την ηγεσία του λαού ούτε τα κέρδη του από αυτόν.

Η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήτανε πράξη ανωτέρας βίας παρά θεληματική συμμαχία με τον εχθρό εναντίον του λαού. Και κανένας από τους μεταδεκεμβριανούς κυβερνήτες δεν αμφιβάλλει πως στην σημερινή επέτειο δεν γιορτάζεται το «αλβανικό έπος» παρά η συνθηκολόγηση και η συνεργασία με τον εχθρό. Αν τότε ο ελληνικός λαός νικούσε ως το τέλος τους εχθρούς και έσωζε την ελευθερία του, οι τωρινοί συνεχιστές της 4ης Αυγούστου, τη σημερινή επέτειο θα την είχανε ημέρα εθνικού πένθους

Λοιπόν: Τότες κι εμείς οι αριστεροί δημοσιογράφοι και διαννοούμενοι πήραμε στα σοβαρά (όπως κι ο λαός) τον πόλεμο κατά των «βαρβάρων επιδρομέων». Και γράφαμε πύρινα άρθρα εναντίον τους – εναντίον του «φασισμού». Μα το είπαμε: ο δικός μας ο φασισμός, τέκνο και ομοίωμα του ιταλικού και του γερμανικού δεν του καλάρεσε να βρίζουμε το «σύστημα». Κι ένα βράδυ (χειμώνας ήτανε) μας μαζέψανε στη Γενική Ασφάλεια τους ξεροκέφαλους αριστερούς που χαλούσαμε τη «δουλειά». Ήτανε όσο θυμάμαι ο Καρβούνης, ο Κορδάτος, ο Κορνάρος, ο Πανσέληνος, ο Μέξης, ο Σπ.Θεοδωρόπουλος. Και ξαφνικά για λίγες ώρες μονάχα μας φέρανε ωραίον, κομψόν και γόητα, με ύφος «υπεράνω όλων» μας τον κ. Καραγάτση. Μα ως το βράδυ τον αφήσανε.

Το άλλο βράδυ μας ξαναπήγανε στη Διεύθυνση της Γεν. Ασφάλειας όπου μας παρουσιάσανε στον κ.Παξινό. Εκεί πήραμε το «πρώτο βάπτισμά» μας στο νόημα του «αλβανικού έπους». Ο κ. Διευθυντής, κοφτά και μελετημένα μας είπε να μην κάνουμε τον έξυπνο στα άρθρα μας βρίζοντας τον φασισμό (έτσι βρίζαμε έμμεσα και την 4η Αυγούστου και σ’αυτήν την άποψη δεν είχε άδικο ο κ.Διευθυντής) και πως δεν φταίει καθόλου ο φασισμός για τον πόλεμο.

Μ’ άλλα λόγια, εννοούσε πως έφταιγε ο ιταλικός λαός που μας μισούσε ή που είχε κατακτητικές βλέψεις λες και οι λαοί αισθάνονται ή ενεργούνε μοναχοί τους και είναι υπεύθυνοι αυτοί για ό, τι αγαπούνε ή μισούνε και για ό, τι κάνουνε – όπως τα ομαδικά εγκλήματα εναντίον των αμάχων.

Κι αφού μας ενουθέτησε και μας έκανε προσεχτικούς για το μέλλον μας άφησε «λεύτερους», δηλαδή μας «εδέσμευσε» τη σκέψη και τη γλώσσα. Έπρεπε δηλαδή κι εμείς να βοηθήσουμε τον ξένο φασισμό να κατεβεί και να θρονιαστεί άνετα στην Ελλάδα δίπλα στον ντόπιο.

Κάτι ανάλογο μου είπε μια μέρα κι ο διευθυντής της εφημερίδας που εργαζόμουν τότες. Έγραφα μια ιστορία (επί δυόμισυ μήνες) της διαφθοράς και απανθρωπιάς των πολιτικών ηθών της Ρώμης από το Σύλλα και πέρα. Η περίσταση και η πεποίθηση μου με κάνανε να χρωματίζω κάπως ζωηρότερα τα πρόσωπα και τα πράγματα και να τα χαρακτηρίζω με τον ίδιο τρόπο – κυρίως την αρπαχτικότητα και φιλοχρηματία των ισχυρών της «αιωνίας πόλεως»: Σύλλα, Κράσσου, Οκταβίου, Κικέρωνα, Σενέκα, κλπ.

Ο διευθυντής μου λοιπόν με κάλεσε και μου λεγει:

–Είπαμε να βρίζεις του Ρωμαίους, αμ’ όχι και τους πλουτοκράτες! Δυστυχώς ή ευτυχώς οι περισσότεροι αναγνώστες μας (της Κηφισιάς) είναι πλουτοκράτες.

–Μα εγώ βρίζω, του απάντησα γελώντας, τους τότε Ρωμαίους πλουτοκράτες, όχι τους τώρα Έλληνες πλουτοκράτες. Εκείνοι ήτανε τέρατα οι δικοί μας είναι εντάξει: πατριώτες μεγάλοι και καλοί χριστιανοί…

Μ’ άλλα λόγια οι δυο διευθυντές, της Ασφάλειας και της αστικής εφημερίδας, θέλανε ο πρώτος να μη βρίζουμε τους εξωτερικούς εχθρούς κι ο δεύτερος τους εσωτερικούς. Ας χάνεται η πατρίδα, αλλ’ όχι το σύστημα. Θέλετε τώρα άλλη εξήγηση του τι σημαίνει για αυτούς ο όρος «αλβανικό έπος»;

Όταν λοιπόν οι εχθροί του λαού ξηγιούνται με τόση ειλικρίνεια, τότε γιατί ο λαός να μην έχει το δικαίωμα να τους τα λέει κι αυτός από την καλή: Θα πείτε δεν τον αφήνουν. Θα τον αφήσουν! Κι αν τώρα ο λαός μας τιμά ανεπίσημα αυτήν την επέτειο θα έρθει η μέρα σύντομα που θα την γιορτάζει επίσημα κι όπως της αξίζει».

ΥΓ: Η 28η Οκτωβρίου εκτός από μέρα του ΌΧΙ το 1940, έχει καταγραφεί στην Ιστορία ως η μέρα ίδρυσης του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας το 1946. Ο αγώνας του ΔΣΕ όπως και συνολικά η περίοδος του εμφυλίου αποτελεί ίσως την πιο κακοποιημένη απ’ την πλευρά της ιστορικής έρευνας περίοδο. Ωστόσο θέλουμε να θέσουμε ένα ερώτημα. Την ευκαιρία μας τη δίνει το σχόλιο του αρθρογράφου του Βήματος Γιώργου Μαλούχου σε απάντηση στη δήλωση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ ότι «η Ελλάδα δεν είναι προτεκτοράτο» με αφορμή τον ειδικό λογαριασμό στην ΕΚΤ για να εξυπηρετούνται κατ’ αποκλειστικότητα οι δανειστές. Γράφει λοιπόν ο κ. Μαλούχος στο άρθρο του με τίτλο «Βαγγέλη τα ‘ μαθες; Είμαστε τόσο πολύ βαθύ προτεκτοράτο όσο δεν ήμασταν ούτε στα τελευταία χρόνια του Εμφυλίου πολέμου με τις επίσημες διακρατικές συμφωνίες πρόσδεσης της Ελλάδας στις ΗΠΑ. Ακόμα και τότε, οι δυνατότητες που είχε η ελληνική κυβέρνηση να λαμβάνει αποφάσεις, ήταν πολύ μεγαλύτερη από ότι είναι σήμερα. Τότε, ο αμερικανός πρέσβης υπέγραφε μαζί με τους αρμόδιους υπουργούς μία σειρά από κρατικά έγγραφα για να έχουν αυτά ισχύ. Τώρα, δεν υπάρχουν έγγραφα».

Η σύγκριση αυτή του Γιώργου Μαλούχου μας ωθεί να ανατρέξουμε στο τότε καθεστώς της υποτέλειας του αστικού πολιτικού συστήματος που οι απολογητές τους για να το δικαιολογήσουν αναζήτησαν άλλοθι στην αντιμετώπιση της «κομμουνιστικής ανταρσίας». Αλήθεια σήμερα ποιος φταίει και απ’ τα «στρατηγέ μου ιδού ο στρατός σας» του Παναγιώτη Κανελλόπουλου φτάσαμε στα «ουδείς αναμάρτητος» του Αντώνη Σαμαρά; Μήπως είναι μια καλή ευκαιρία για να κοιτάξουμε με άλλα μάτια την ιστορία του εμφυλίου αλλά και τον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που είπε τα δικά του ΟΧΙ σε όσους ήθελαν την Ελλάδα Ψωροκώσταινα;

ΥΓ: Υπάρχουν άλλα δύο γράμματα του Νίκου Ζαχαριάδη για τη στάση του ΚΚΕ στον πόλεμο. Με την πρώτη ευκαιρία θα επανέλθουμε σ’ αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα. Ο περιορισμένος χώρος του έχουμε δεν μας επιτρέπει να πλατιάσουμε περισσότερο και να επεκταθούμε στα της εσωτερικής κατάστασης τότε του ΚΚΕ, των δύο κεντρικών επιτροπών και των δύο διαφορετικών εκδόσεων του Ριζοσπάστη! εξαιτίας της προσπάθειας του Καθεστώτος της 4ης Αυγούστου και του περιβόητου υφυπουργού Ασφαλείας Μανιαδάκη να το διαβρώσει.


[1] Στον ελληνικό τύπο του 1940 το γράμμα δημοσιεύτηκε απευθυνόμενο όχι προς τον ελληνικό λαό όπως έγραφε ο συντάκτης του, αλλά προς τον υφυπουργό ασφαλείας κ. Μανιαδάκην, χάρη στις ραδιουργίες του καθεστώτος.

[2] Η λέξη «καμιά», καθώς και φράση «και από κάθε εκμετάλλευση» λείπουν από την αρχική δημοσίευση του γράμματος αλλά και απ’ όλες τις μετέπειτα αναδημοσιεύσεις του. Υπάρχουν στο χειρόγραφο όμως του Νίκου Ζαχαριάδη και για πρώτη φορά στο «Νίκος Ζαχαριάδης Ιστορικά Διλήμματα Ιστορικές Απαντήσεις Άπαντα τα δημοσιευμένα 1940-1945» απ’ τις εκδόσεις Καστανιώτης, το ιστορικό αυτό γράμμα δημοσιεύεται στην πληρότητά του.

[3] Δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη στις 28 Οκτωβρίου 1945, συνοδευόμενο από το εξής επεξηγηματικό σημείωμα: «Το πιο κάτω άρθρο του σ. Ζαχαριάδη γράφτηκε στις 22/11/40 στα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας. Δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη της 5/12/40 που έβγαζε η «Προσωρινή Διοίκηση». Η δημοσίευση του άρθρου οφείλεται στην ίδια προσπάθεια που έκανε ο σ. Ζαχαριάδης να χρησιμοποιήσει εν γνώσει του το όργανο της χαφιέδικης Προσωρινής Διοίκησης για να δίνει στο Κόμμα τη σωστή γραμμή, μια και δεν είχε άλλη δυνατότητα.

[4] Η αγγλική εταιρεία Πάουερ ήρθε στην Ελλάδα με όρους αποικιοκρατικούς το 1926, επί δικτατορίας Πάγκαλου. Δραστηριοποιήθηκε μέσω της θυγατρικής της «Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών-Πειραιώς» και είχε υπό την ευθύνη της την αποκλειστική ηλεκτροδότηση της περιοχής πρωτευούσης.

[5] Ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος επιβλήθηκε στην Ελλάδα το 1898, μετά την πτώχευση του 1893 και την ήττα της χώρας μας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι οι ξένοι δανειστές και ομολογιούχοι θα έπαιρναν πίσω τα λεφτά τους. Τυπικά η αποστολή του ΔΟΕ στην Ελλάδα τελείωσε το 1978, οπότε έκλεισε και το γραφείο που έως τότε διατηρούσε στην Αθήνα.

[6] http://www.inprecor.gr/index.php/archives/114899 ΕΑΜ: Απελευθέρωση, Ανεξαρτησία, Λαοκρατία, Και http://www.inprecor.gr/index.php/archives/122639Το ΕΑΜ μέσα απ’ τα γραπτά του Γιώργου Θεοτοκά.

inprecor

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s