Η ΑΒΕΒΑΙΗ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ ΨΗΦΙΑΚΟΥ ΤΥΠΟΥ

ΤΑ ΝΕΑ ΜΕΣΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΔΙΕΥΡΥΝΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΗΧΗΣΗ ΤΟΥΣ, ΑΛΛΑ Η ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ ΤΟΥΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΕΔΟΜΕΝΕΣ!

Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ*

Η νύχτα της Πρωτομαγιάς ήταν πολύ μακριά για τον κεντρικό παρουσιαστή ειδήσεων του CNN, Γουλφ Μπλίτζερ. Μια ασυνήθιστη νευρικότητα, αμηχανία θα έλεγε κανείς, αντικατοπτριζόταν στο πρόσωπο του έμπειρου δημοσιογράφου, καθώς πάλευε με τον εαυτό του για να μην του ξεφύγει στον αέρα αυτό που εννέα εκατομμύρια Αμερικανοί είχαν ήδη πληροφορηθεί από το Διαδίκτυο: ο Οσάμα μπιν Λάντεν ήταν νεκρός! Η είδηση είχε βγει στο Twitter στις 10.25 μ.μ. (ώρα Ανατολικής Ακτής ΗΠΑ), αλλά ο Μπλίτζερ περίμενε είκοσι ολόκληρα λεπτά μέχρις ότου οι συνάδελφοί του, από το Πακιστάν μέχρι την Ουάσιγκτον και την αίθουσα σύνταξης στην Ατλάντα, ελέγξουν την αξιοπιστία των επίμονων διαδόσεων.

Στο περιστατικό αυτό συμπυκνώνονται οι αντιφάσεις των νέων, διαδικτυακών μέσων ενημέρωσης, που ανταγωνίζονται με ολοένα και μεγαλύτερη επιτυχία τα παραδοσιακά, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για το νεανικό κοινό. Στον τομέα της ταχύτητας, η υπεροχή τους είναι συντριπτική – πώς να ανταγωνιστείς ένα μέσο σαν το Twitter, όπου οποιοσδήποτε, από οπουδήποτε, μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να χτυπήσει 140 χαρακτήρες και να τους στείλει με την ταχύτητα του φωτός σε όλα τα σημεία του πλανήτη; Την επόμενη φορά, ο όποιος Μπλίτζερ θα χρειαστεί να παλέψει ακόμη πιο σκληρά με τον εαυτό του για να συγκρατηθεί από τον πειρασμό και να μην ξεφουρνίσει τη «μισοψημένη» είδηση πριν από την ώρα της.

Αλήθειες και ψέματα

Από την άλλη πλευρά, ό,τι κερδίζεται σε ταχύτητα χάνεται σε αξιοπιστία και αρτιότητα. Στη μια πραγματική είδηση αντιστοιχούν δέκα ψευδείς φήμες, εκατό υπερβολές με κάποια ψήγματα αλήθειας και χίλια θραύσματα πληροφορίας χωρίς νόημα. Απειρα βίντεο κυκλοφορούν αυτούς τους μήνες στο YouTube για τις αραβικές εξεγέρσεις, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αδύνατο να πιστοποιηθεί ποιος σκοτώνει ποιον, πού και πότε τραβήχτηκαν. Εν ολίγοις, η αναλογία του «σήματος» προς τον «θόρυβο» είναι πολύ μικρότερη από ό,τι συμβαίνει στα παραδοσιακά μέσα και το φιλτράρισμα όχι πάντα εύκολο.

Η άνοδος των νέων μέσων στις προτιμήσεις του κοινού εμφανίζεται ακαταμάχητη. Το 2008, για πρώτη φορά περισσότεροι Αμερικανοί απάντησαν ότι ενημερώνονται κυρίως από το Ιντερνετ παρά από εφημερίδες. Μελέτη του κέντρου ερευνών Pew κατέταξε τους Αμερικανούς σε τρεις κατηγορίες: πρώτα έρχονται οι «παραδοσιακοί», που ενημερώνονται κυρίως από τα κλασικά μέσα ενημέρωσης (εφημερίδες, τηλεόραση, ραδιόφωνο) και υπολογίζονται στο 46% των πολιτών. Ακολουθούν οι «συνθετικοί», που συνδυάζουν παραδοσιακά και διαδικτυακά μέσα, αντιστοιχούν στο 23% του συνόλου και προέρχονται κυρίως από τις ενδιάμεσες ηλικίες της πληθυσμιακής έκρηξης. Τέλος, οι «καλωδιωμένοι» στηρίζονται κυρίως στο Διαδίκτυο, αντιπροσωπεύουν το 13%, αλλά με τάσεις γρήγορης αύξησης και, προβλέψιμα, προέρχονται κυρίως από το μορφωμένο, νεανικό κοινό.

Η εξέλιξη αυτή έχει την αντανάκλασή της στο οικονομικό επίπεδο. Την τελευταία δεκαετία, το μερίδιο των εφημερίδων στα κέρδη της διεθνούς βιομηχανίας των μίντια έπεσε από το 40% στο 14%, ενώ τα διαδικτυακά μέσα είδαν το δικό τους μερίδιο να εκτοξεύεται από το 4% στο 22%. Ωστόσο, δεν πρόκειται για παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, όπου ό,τι χάνει ο ένας το κερδίζει ο άλλος, κάτι που θα διατηρούσε τις θέσεις εργασίας και τις αμοιβές των δημοσιογράφων σε λίγο-πολύ σταθερά επίπεδα. Αντίθετα, η μετατόπιση εξελίσσεται σε περιβάλλον συρρίκνωσης του συνόλου του Τύπου, που παίρνει διαστάσεις πραγματικής καταστροφής. Αλλη έρευνα του Pew αποκάλυψε ότι την τελευταία δεκαετία απολύθηκε το ένα τρίτο των επαγγελματιών δημοσιογράφων στις ΗΠΑ και ότι μόνο το πρώτο τρίμηνο του 2011 οι απολύσεις έφτασαν τις 11.000. Αν και υπάρχουν εξαιρέσεις, τα εμπορικά, διαδικτυακά μέσα δεν έχουν ακόμη αποδείξει την οικονομική τους βιωσιμότητα.

Αιτιολογημένες ενστάσεις διατυπώνονται και ως προς την πρωτοτυπία μεγάλου μέρους της διαδικτυακής ενημέρωσης. Ναι, οι πηγές πληροφόρησης μεγεθύνονται εκθετικά, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις τα νέα μέσα αναπαράγουν ειδήσεις που προέρχονται από ολιγάριθμες εφημερίδες και κανάλια. Οταν ο διευθυντής των New York Times, Μπιλ Κέλερ, ρωτήθηκε στη διάρκεια τηλεοπτικής συζήτησης αν ενοχλείται από τη θεαματική επιτυχία της ενημερωτικής ιστοσελίδας HuffingtoPost, απάντησε: «Την τελευταία φορά που ήμουν στη Βαγδάτη, δεν είδα κάποιο γραφείο της HuffingtoPost ή της Google». Ακόμη και ένας κατ’ εξοχήν άνθρωπος του Ιντερνετ, όπως ο ιδρυτής των WikiLeaks Τζούλιαν Ασάντζ μετρίασε τις υπερβολικές εκτιμήσεις για τον ρόλο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Twitter, YouTube) στις αραβικές εξεγέρσεις, δηλώνοντας ότι «ασφαλώς έπαιξαν ένα ρόλο, ο οποίος όμως δεν είναι συγκρίσιμος με εκείνον που έπαιξε το Al Jazeera».

Το τελευταίο διάστημα, η απόλυτη υπεροχή των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης στο πεδίο του πρωτογενούς ρεπορτάζ αρχίζει να μετριάζεται από τις επιδόσεις ορισμένων (ελάχιστων για την ώρα) διαδικτυακών μέσων. Το πιο επιτυχημένο από αυτά είναι το αμερικανικό ProPublica, που πήρε πριν από ένα μήνα το πρώτο βραβείο Πούλιτζερ (το αντίστοιχο του Οσκαρ στην ενημέρωση) που απονεμήθηκε ποτέ σε διαδικτυακό μέσο.

Μεγάλες επιτυχίες

Πέρυσι, η ιστοσελίδα του ProPublica δέχθηκε επισκέψεις από 13 εκατομμύρια Αμερικανούς, υπερδιπλασιάζοντας το κοινό της μέσα σε ένα χρόνο. Προσλαμβάνει έμπειρους δημοσιογράφους πλήρους απασχόλησης, με αποκλειστικό αντικείμενο την ερευνητική δημοσιογραφία. Η στρατηγική αυτή απέφερε μεγάλες επιτυχίες, όπως τα πολύκροτα ρεπορτάζ για τα golden boys της Γουόλ Στριτ και τις ευθύνες τους για την οικονομική κρίση, για τον τυφώνα «Κατρίνα» και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των γιατρών στη Νέα Ορλεάνη, για την άθλια κατάσταση ιδιωτικών ψυχιατρείων που οδηγούν σε πρόωρο θάνατο ασθενείς επιδιώκοντας το μέγιστο κέρδος κ.ά. Η ProPublica αυτοπαρουσιάζεται ως μη κερδοσκοπική εταιρεία υπεράσπισης του δημοσίου συμφέροντος από την ιδιωτική ασυδοσία, «μέσω μιας δημοσιογραφίας που ρίχνει φως στην εκμετάλλευση των αδύνατων από τους ισχυρούς και στις αποτυχίες των ανθρώπων της εξουσίας να δικαιώσουν τις ελπίδες αυτών που τους εξέλεξαν».

Οπως συμβαίνει, συνήθως, η πραγματικότητα είναι λιγότερο ρομαντική από τις διακηρύξεις: Η ProPublica έχει την πολυτέλεια να κάνει ό,τι κάνει γιατί χρηματοδοτείται από ένα ζευγάρι ζάπλουτων τραπεζιτών, οι οποίοι εννοούν να παρέμβουν στην αμερικανική πολιτική ζωή. Ο διευθυντής της ιστοσελίδας, Πολ Στάιγκερ, πρώην διευθυντής σύνταξης της Wall Street Journal, δεν είναι το καλύτερο παράδειγμα Ρομπέν των Δασών και οι διακηρύξεις του υπέρ των φτωχών δεν τον εμποδίζουν να εισπράττει από τη μη κερδοσκοπική ιστοσελίδα ετήσιες αποδοχές της τάξης των 600.000 δολαρίων. Με αυτά τα δεδομένα, το μοντέλο της ProPublica δεν εμφανίζεται ούτε ιδανικό ούτε εύκολα γενικεύσιμο. Θέτει όμως ένα άκρως σημαντικό ερώτημα: κατά πόσο σε εποχή δεινής κρίσης του Τύπου, η αξιόπιστη, ποιοτική δημοσιογραφία και κυρίως η πολύ απαιτητική, χρονοβόρα και δαπανηρή ερευνητική δημοσιογραφία (που είναι η βάση της ενημέρωσης) μπορεί να επιβιώσει στο πλαίσιο κερδοσκοπικών επιχειρήσεων ή πρέπει με κάποιο τρόπο να γίνει δημόσιο αγαθό, με τη στήριξη μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων.

*Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής 15/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s